Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Aπόψεις μαθητών για την Έκθεση του Χρήστου Μποκόρου,
«τα στοιχειώδη»
Αγρίνιο 2015

Την Έκθεση του συμπατριώτη μας κ.Χρήστου Μποκόρου με θέμα: «τα στοιχειώδη» θα τη χαρακτήριζα με όλη τη σημασία της λέξης: εκπληκτική!

Τα έργα που αντικρίσαμε ήταν ζωγραφισμένα πάνω σε σανίδες από παλιές γέφυρες.
Αυτή η Έκθεση θέλει να μας περάσει το μήνυμα ότι στη ζωή μας δεν χρειαζόμαστε περιττά πράγματα και ότι πρέπει να δούμε με άλλη ματιά αυτά που είναι γύρω μας…
Επίσης, για να περάσουμε μια ευχάριστη ζωή χρειαζόμαστε μόνο ένα κρεβάτι, ένα πιάτο φαγητό, λίγο νερό να πλυθούμε και συντροφιά, γιατί κανείς άνθρωπος δε μπορεί  να ζει μόνος…

Γεώργιος Χριστοδουλόπουλος, μαθητής Β1 Γυμνασίου




Η επίσκεψή μου στην Έκθεση του εικαστικού Χρήστου Μποκόρου, «τα στοιχειώδη», με εντυπωσίασε.Η πρωτότυπη αντίληψή του για την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας με έκανε να δω την τέχνη με άλλα μάτια…
Ο συνδυασμός  του ξύλου με τα χρώματα και τις μορφές που σχημάτισε με έκαναν να σκεφτώ πόσο σημαντικός ζωγράφος είναι.
Ο πίνακας που μου άρεσε περισσότερο το ενδιαφέρον ήταν η ξύλινη πόρτα που από την χαραμάδα της έμπαινε καθαρό, άπλετο φως, που νομίζω ότι συμβόλιζε την καθαρότητα του μυαλού, της ψυχής, αλλά και την ελπίδα για τη βελτίωση της κατάστασης της Ελλάδας.
Είναι ευχάριστο να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι που να βλέπουν τον κόσμο με άλλα μάτια, να μας κινούν το ενδιαφέρον, να μας προβληματίζουν και να προσπαθούμε να μπαίνουμε στην ψυχή τους και να γινόμαστε όσο το δυνατόν περισσότερο συνειδητοποιημένοι πολίτες για ένα καλύτερο αύριο…
Στέλλα Τσαντζάλου, μαθήτρια Β2

Με  το  σχολείο  μας  πήγαμε  στο  χώρο  όπου  στεγάζονταν  τα  όμορφα  έργα  του  Χρήστου  Μποκόρου. Αυτή  η  έκθεση  είχε  κάτι  διαφορετικό  και  ήθελε  να  μας  διδάξει  για  τα  απαραίτητα " τα  στοιχειώδη",  όπως  ήταν  και  ο  τίτλος  του,  αυτά  τα  οποία  χρησιμεύουν  και  πρέπει  να  υπάρχουν  στην  καθημερινή  μας  ζωή.  Σύμφωνα  με  τον  ίδιο  τον  καλλιτέχνη,  ένα  απλό  φαγητό,  το  οποίο  συμβολίζει  την  συντροφικότητα,  ένα  καλοστρωμένο  κρεβάτι,  όπου  συμβολίζει  την  γέννηση,  τον  έρωτα  και  τον  θάνατο,  καθώς  και  το  νερό,  το  σαπούνι,  την  πετσέτα  και  τον  καθρέφτη  που  συμβολίζουν  την  περιποίηση  και  την  κομψότητά  μας.
Αυτό  όμως  που  θα  σε  κάνει  να  θες  να  το  δεις  αληθινά  είναι  ότι  αντί  για  καμβά  χρησιμοποιεί  σανίδες  γεφυριών  στις  οποίες  αποδίδει  τον  καλλιτεχνικό  του  χαρακτήρα. Ήταν  μια  επίσκεψη  που  θα  μου  μείνει  αξέχαστη  και  μου  δίνει  την  ευκαιρία  να  θέλω  να  επισκεφθώ  και  άλλους  καλλιτεχνικούς  χώρους  !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!  
Δημοσθένης Τρυφιάτης, μαθητής Β4
    Σήμερα  με  το  σχολείο  πήγαμε  να  δούμε  την  έκθεση  ζωγραφικής του Χρήστου Μποκόρου  που  γινόταν  στην  πόλη  μας  . Ο  ζωγράφος  αυτός  κατάγεται  από  το  Αγρίνιο. Τα  έργα  του  απλά  και  λιτά. Ο  Χρήστος  ζωγραφίζει  επάνω  σε  πλατιά  και  ταλαιπωρημένα  ξύλα. Οι  ζωγραφιές  του  μου  άρεσαν  ιδιαιτέρως  και  από  ότι  είδα  άρεσαν  και  στους  άλλους  μαθητές , γιατί  κάθονταν  μαγεμένοι  από  την  εικόνα. Οι  εικόνες  λιτές. Πάνω  στα ξύλα ζωγραφισμένα  τα  απαραίτητα  που  χρειάζεται  για  να ζήσει  ο  άνθρωπος. Λίγο  φαγητό  για  να  μην  πεινάει, λίγο  νερό  για  να  είναι  καθαρός, αυτά  τα  απλά  πράγματα. Οι  ζωγραφιές  του, ζωγραφισμένες  με  αγάπη, γιατί  χωρίς  αγάπη  δεν  θα  γίνονταν  αυτές  οι  ωραίες  ζωγραφιές !!!!!!!!!!!!
Χρήστος Μπιτάκος, μαθητής Β4

Φτάνοντας στην πινακοθήκη μπήκαμε στη σειρά για να μπούμε μέσα και να δούμε τα υπέροχα έργα τέχνης του κυρίου Μποκόρου.
Στην αρχή μπαίνοντας μέσα είδα έξι ανθρώπους ζωγραφισμένους πάνω σε ξύλο από γέφυρες. Προχωρώντας ευθεία ήταν μια πόρτα πάνω στο ξύλο, στην οποία φαινόταν μια χαραμάδα φωτός και φαινόταν αληθινό φως. Πιο μέσα είδαμε έργα πάνω σε ξύλο: ένα κρεβάτι, δυο πιάτα με φαγητό, πετσέτα, σαπούνι, ένα καθρέφτη.
Όταν βγήκαμε στο τέλος είδαμε ένα υπέροχο βίντεο με διάφορες καταπληκτικές στιγμές του κυρίου Μποκόρου να ζωγραφίζει και τον ακούσαμε να μιλάει για τη ζωγραφική…
Φεύγοντας από την πινακοθήκη ήμουν γεμάτη σκέψεις και ιδέες αλλά και διάφορα ερωτήματα όπως αν θα μπορούσα να κάνω και εγώ κάτι παρόμοιο με τον κύριο Μποκόρο.Αυτή η επίσκεψη θα μου μείνει αξέχαστη!
Φωτεινή Γκογκάι, μαθήτρια Β3


«Ουκ εν τω πολλώ το ευ»
Αυτό σημαίνουν για μένα «τα στοιχειώδη» του Χρήστου Μποκόρου!

Μαρία Ν. Αγγέλη, φιλόλογος










Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Τα στοιχειώδη, Χρήστος Μποκόρος

Η  Β΄Τάξη του 2ου Γυμνασίου Αγρινίου «Κοσμάς ο Αιτωλός» ,
 με συνοδούς  : Μαρία  Ν. Αγγέλη, Στέλιο Νικολαϊδη, Κώστα Δέδε και Βασιλική Ρούση επισκέφτηκαν την Έκθεση του Χρήστου Μποκόρου.

«Στο βάθος αυτής της μισοφωτισμένης διαδρομής, μια χαραμάδα φωτός, μια πόρτα μισάνοιχτη.Την ελευθερία είχα στο νου μου,αλλά και το βάρος αυτής  της ελευθερίας…[…]
Όταν ζωγράφιζα τη δεύτερη πόρτα ένιωθα και μια φιλάνθρωπη διάθεση…
[…]
Λίγο φαϊ να συντηρήσουμε το σώμα μας, το δώρο της ζωής.Την παριστώ με λίγο κομμένο ψωμί, μερικές ελιές, δύο πιάτα μαγειρευμένο φαγητό και δυο ποτήρια κρασί…»
    













Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

Φωτεινή Γκογκάι, από την Αλβανία

Ονομάζομαι Φωτεινή Γκογκάι. Κατάγομαι από την Αλβανία. Πηγαίνω στο 2ο Γυμνάσιο Αγρινίου «Κοσμάς ο Αιτωλός».
Η οικογένειά μου αποτελείται από έξι μέλη. Τον πατέρα  μου τον Αλέξη, τη μητέρα μου τη Νάνα και άλλα τρία αδέλφια: το Χρήστο, τη Σταυρούλα και τη Βαλεντίνα.Τρία άτακτα και χαρούμενα παιδιά. Άλλοτε ήσυχα και άλλοτε διαολάκια, όπως τα φωνάζουν στη γειτονιά μας.
Ο πατέρας μου ήρθε στην Ελλάδα σε μικρή ηλικία το 1990.Περίπου 15 χρονών.
Ο παππούς μου τότε δεν ήθελε να φύγει για την ξενιτειά ο πατέρας μου ,αλλά και κανένα από τα παιδιά του γιατί ήδη είχε χάσει ένα παιδί και δεν ήθελε να χάσει και άλλα.
Ο πατέρας μου ταξίδεψε σε πολλά νησιά της Ελλάδας γνώρισε διαφορετικούς ανθρώπους, διαφορετικά έθιμα από τα δικά μας.
Αργότερα γύρισε πάλι στην Αλβανία όπου γνώρισε τη μητέρα μου και παντρεύτηκαν μετά από 9 χρόνια. Δηλαδή το 1999.Η μητέρα μου έμεινε έγκυος στο πρώτο παιδί της, δηλ. εμένα. Όταν γεννήθηκα οι γονείς μου αποφάσισαν μετά από ένα χρόνο να έρθουν και οι δύο στην Ελλάδα. Η μητέρα μου ερχόταν πρώτη φορά στην Ελλάδα.
Στην αρχή πήγαν στην Κόρινθο να μείνουν όπου ήταν και άλλοι συγγενείς μας.Τελικά έφυγαν από εκεί και ήρθαν στο Δοκίμι να μείνουν. Βρήκαν δουλειά στα καπνοχώραφα ως εργάτες.
Δούλευαν σχεδόν 8 χρόνια στα χωράφια ώσπου απέκτησαν λίγα χρήματα για να μπορούν να νοικιάσουν ένα μικρό σπίτι στην οδό Δαβάκη. Όσο περνούσαν τα χρόνια ο πατέρας μου άλλαζε συνέχεια δουλειές ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει στα οικογενειακά μας έξοδα. Βλέπετε είχε τέσσερα παιδιά να μεγαλώσει και να φροντίζει ώστε να μορφωθούν.
Όταν πήγαινα στην πρώτη Δημοτικού αντιμετώπισα λίγο ρατσισμό από τα κορίτσια της τάξης μου, επειδή ήμουνα από την Αλβανία και δεν είχα βαπτιστεί. Μετά όμως αφού βαπτίστηκα οι σχέσεις μας καλυτέρεψαν καθώς δυο κορίτσια άρχισαν να με κάνουν παρέα. Αργότερα όμως στην Τετάρτη Δημοτικού έκανα παρέα με δύο κορίτσια που ήταν  και αυτές από την Αλβανία. Μετά στο Γυμνάσιο άρχισα να κάνω παρέα με όλα τα κορίτσια χωρίς να έχω κάποιο πρόβλημα και χωρίς να με κρίνουν αλλά να δείχνουν ενδιαφέρον για τη γλώσσα και τα έθιμα που έχουμε στη χώρα μου.
Τώρα  εμείς τα παιδιά μεγαλώσαμε και οι γονείς μου πλέον είναι άνεργοι επειδή δεν υπάρχει δουλειά ούτε κάτι άλλο για να βγάζουν χρήματα και να παρέχουν ρούχα και διάφορα άλλα υλικά αγαθά στους ίδιους αλλά και σε μας .
Ο πατέρας μου πλέον δε δουλεύει λόγω ενός τροχαίου που είχε με τον αδελφό μου το 2013 στις 20 Μαίου. Τότε παραλίγο θα τον είχαμε χάσει για πάντα καθώς σταμάτησε η καρδιά του μέσα στο ασθενοφόρο.Τώρα πλέον είναι ανάπηρος στο ένα χέρι του και δεν μπορεί να δουλέψει όπως παλιά και να φέρει τα ίδια χρήματα που έφερνε σπίτι. Τότε ό,τι ζητούσαμε την επόμενη μέρα το είχαμε!
Ο αδελφός μου και εγώ πάμε Γυμνάσιο για να μορφωθούμε.
Μας λείπει το χωριό στην Αλβανία και οι συγγενείς μας.




Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Συνέντευξη της Ευσταθίας Βερυκίου στη μαθήτρια Αναστασία Μιχαηλίδη

Πώς λέγεσαι;
Ευσταθία Βερυκίου
Από πού είσαι ;
Από το Αγρίνιο
Πότε εγκατέλειψες την Ελλάδα;
Εγκατέλειψα την Ελλάδα το 1980.
Γιατί έφυγες ;
Έφυγα γιατί εδώ δεν είχαμε δουλειά. Έφυγα οικειοθελώς μαζί με το άντρα μου.
Πώς ένιωσες όταν έφυγες ; Πώς αντέδρασαν οι συγγενείς σου;
Οι γονείς μου αντέδρασαν πολύ άσχημα αλλά δεν τους άκουσα. Η αλήθεια είναι πως φοβόμουν για το τι θα συναντήσω στα ξένα.
Ποια χώρα διάλεξες να εγκατασταθείς και γιατί;
Πήγαμε στη Γερμανία. Διαλέξαμε αυτή τη χώρα γιατί ήταν η κουνιάδα μου με τον άντρα της εκεί και πήγαμε κι εμείς με πρόσκληση.
Ποια προβλήματα αντιμετώπισες στην αρχή ;
Όταν πήγαμε αντιμετωπίσαμε προβλήματα με τη γλώσσα και το ρατσισμό.
Βρήκες εύκολα δουλειά ;
Ναι ! Σε ένα εργοστάσιο. Πορσελάν Φάμπρικ Ατσπερκ λεγόταν.
Είχες καλή αμοιβή ;
Καλή ήταν. Τότε έπαιρνε 1500 Μάρκα ο άντρας μου , εγώ τα μισά, καθώς δούλευα λιγότερες ώρες, γιατί είχα τα τρία μου παιδιά τα οποία γεννήθηκαν στη Γερμανία στο Μarktredwitz στη Νυρεμβέργη.
Πώς έμαθες τη γλώσσα ;
Για τη γλώσσα δυσκολεύτηκα λίγο αλλά την έμαθα με τη βοήθεια του άντρα μου και της κουνιάδας μου και έμαθα και πολλά από την τηλεόραση.
Γνώρισες φίλους εκεί ; Κάνατε παρέα με ντόπιους ;
Φίλους γνωρίσαμε. Πρώτα κάναμε παρέα με Έλληνες από Πρέβεζα και σιγά σιγά και με ντόπιους. Θυμάμαι πολύ καλά πως είχαμε μία πολύ καλή φίλη, ντόπια, την Σίλβια η οποία μέχρι 5 χρόνια πριν ερχόταν στην Ελλάδα αλλά δυσκόλεψαν τα πράγματα και τώρα έχουμε μόνο επικοινωνία με τηλέφωνο. Επίσης κάναμε πολύ παρέα με μια φίλη Τουρκάλα τη Νέβιν, μας έλεγε αδέρφια της και επικοινωνούμε ακόμα μαζί της.
Σου άρεσε η πόλη που ζούσες ;
Η πόλη μου άρεσε πολύ, δεν ήταν πολύ μεγάλη, είχε περίπου 40.000 κατοίκους, είχε πολλούς Έλληνες εκεί και γι’ αυτό μου άρεσε περισσότερο.
Νοστάλγησες καθόλου την πατρίδα σου ;
Είχα νοσταλγήσει πολύ την πατρίδα μου , ήθελα να δω τους δικούς μου, όμως έπρεπε να μείνω για να ζήσω τα παιδιά μου.
Επικοινωνούσες με συγγενείς ; Πότε γύρισες στην πατρίδα σου ;
Μετά από 10 χρόνια γυρίσαμε με τον άντρα μου και τα παιδιά μου στο Αγρίνο. Επικοινωνούσαμε πολύ συχνά με συγγενείς και φίλους με το τηλέφωνο ή με αλληλογραφία.
Με τι μέσο ταξίδευες ; Πόση ώρα ;
Ταξιδεύαμε μία φορά το χρόνο με τον άντρα μου και τα παιδιά μου με το αεροπλάνο. Ταξιδεύαμε από Μarktredwitz– Μόναχο με τρένο μετά με αεροπλάνο μέχρι Αθήνα δυόμιση ώρες , μετά με το ΚΤΕΛ.
Πώς ήταν ο τρόπος ζωής εκεί ;
Ο τρόπος ζωής εκεί ήταν πολύ καλύτερος από ό,τι είναι τώρα και η καθημερινότητα το ίδιο καλή. Μπορούσες να κάνεις περισσότερα πράγματα γιατί είχες περισσότερες δυνατότητες.









Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ
στη μαθήτρια Αλεξάνδρα Σταματελόπουλου

Πώς λέγεσαι;
Χρυσοβαλάντης Θεοδωρόπουλος
Από πού είσαι;
Από την Ελλάδα
Πότε  έφυγες από την Ελλάδα;
Έχω  εγκαταλείψει την πατρίδα μου ένα χρόνο τώρα
Πού πήγες;
Στην Αμερική
Γιατί έφυγες;
Είχα οικονομικά προβλήματα
Πώς ένιωσες όταν έφυγες;
Αυτό που ένιωσα ήταν λύπη γιατί θα άφηνα πίσω την οικογένειά μου, αλλά κι από την άλλη ικανοποίηση γιατί θα μπορούσα να προσφέρω και εγώ κάτι.
Πώς αντέδρασαν οι συγγενείς σου όταν έφυγες;
Η αντίδρασή τους ήταν κλάμματα και συγκινήσεις…
Έφυγες μόνος ή με την οικογένειά σου;
Μόνος μου έφυγα
Γιατί διάλεξες αυτή τη χώρα να εγκατασταθείς;
Γιατί στη χώρα είχε πάει ο πατέρας  μου και τη γνώριζε και όταν άκουσε ότι θα φύγω για  το εξωτερικό μου την πρότεινε και πήγα σε αυτήν.
Με τι μέσο ταξίδεψες;
Ταξίδεψα με αεροπλάνο και το ταξίδι κράτησε εφτά ώρες.
Ποια προβλήματα αντιμετώπισες;
Τα προβλήματα που αντιμετώπισα δεν ήταν πολλά, αλλά σημαντικά.Στις δυο πρώτες βδομάδες ήταν το πρόβλημα της γλώσσας και της προσαρμογής.
Πώς είναι η ζωή σου σήμερα;
Η ζωή μου είναι τελείως διαφορετική.Εδώ οι άνθρωποι έχουν διαφορετικό τρόπο ζωής και με το πέρασμα του χρόνου μπόρεσα να ενταχθώ στον νέο τρόπο ζωής τους.
Βρήκες εύκολα δουλειά;
Η δουλειά μου είναι μουσικός.Ήταν κανονισμένη από επικοινωνία με κάποιους φίλους.
Αντιμετώπισες ρατσισμό;
Όχι οι άνθρωποι που γνώριασα εδώ είναι πολύ φιλικοί και φιλόξενοι
Έχεις καλή αμοιβή;
Η αμοιβή μου δεν έχει κάποια διαφορά από αυτή στην Ελλάδα.Απλά στην Ελλάδα δεν υπήρχε δουλειά όσο υπάρχει εδώ.
Πώς έμαθες τη γλώσσα;
Με βοήθησαν οι φίλοι  που ήδη βρίσκονταν εδώ
Γνώρισες φίλους εκεί;
Γνώρισα.Αλλά στα μαγαζιά που εργαζόμουνα οι περισσότεροι ήταν Έλληνες και κάναμε παρέα με κάποιους.
Σου αρέσει η πόλη που ζεις;
Η πόλη που ζω είναι αρκετά όμορφη αλλά δεν είναι σαν την Ελλάδα.
Νοσταλγείς την πατρίδα σου;
Ναι.Έχω νοσταλγήσει πολλές φορές την πατρίδα μου!
Επικοινωνείς με τους συγγενείς  σου;
Ναι φυσικά επικοινωνώ με τους συγγενείς  και με τους φίλους.Επικονωνούμε μέσω του skype και από κινητά τηλέφωνα.
Θέλεις να ξαναγυρίσεις  στην πατρίδα σου;
Αφού καταφέρω να έρθω σε μια καλή οικονομική κατάσταση ναι, τότε θα ξαναγυρίσω.
Ευχαριστούμε για τη συνέντευξη!


Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

                            ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ  ΒΑΛΤΙΝΟΥ
                             ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΚΟΡΔΟΠΑΤΗ
                             Γράφει η Βάσια Τσιλίκα , μαθήτρια Β Γυμνασίου
                            ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΚΟΡΔΟΠΑΤΗ

 Στο βιβλίο Συναξάρι  του Αντρέα Κορδοπάτη του οποίου συγγραφέας είναι ο Θανάσης Βαλτινός, μου έκανε εντύπωση το ταξίδι του ήρωα προς την Αμερική. Κατά την παραμονή τους στην Πάτρα μάζεψαν, ο Αντρέας με την παρέα του, χρήματα για να αγοράσουν κάποια πράγματα για το μεγάλο αυτό ταξίδι τους. Αφού τα ετοίμασαν όλα μπήκαν στο πλοίο της εταιρίας Αυστροαμερικάνα, και κατά τις εννέα το βράδυ αναχώρησαν. Μαζί τους ταξίδευαν άλλοι τρεις χιλιάδες μετανάστες, διαφόρων εθνοτήτων. Ύστερα από δύο μέρες ταξίδι έφτασαν στο Παλέρμο της Ιταλίας όπου και έριξαν άγκυρα. Έμειναν εκεί έξι ώρες, μα όταν ξεκίνησαν να φύγουν κατάλαβαν ότι η άγκυρα κάπου είχε σκαλώσει. Πάλεψε ώρα να ελευθερωθεί αλλά τελικά τα κατάφερε κι έτσι το πλοίο συνέχισε ανενόχλητο το ταξίδι του. Ξημερώματα της επόμενης ημέρας είχαν φτάσει στον πορθμό του Γιβραλτάρ. Έμειναν εκεί άλλες έξι ώρες κι έφυγαν. Τρεις μέρες ταξίδευαν στον Ατλαντικό, την τρίτη όμως το πλοίο χάλασε. Οι μηχανικοί το ψευτοδιόρθωσαν κι έτσι διένυσε μόνο άλλα οχτώ μίλια. Η ψυχή του κόσμου ήταν βυθισμένη στο φόβο. Το φαγητό που τους έδιναν να τρώνε ήταν άθλιο. Έσφαζαν κάτι παλιάλογα και τους τα μοίραζαν. Πολύ λίγοι τα έτρωγαν, επειδή θα πέθαιναν από ασιτία. Ο Αντρέας και οι συμπατριώτες του έτρωγαν αυτά που είχαν αγοράσει από την Πάτρα, τα οποία όμως τελείωσαν, κάποια στιγμή.
 Μέσα σε όλα αυτά που είχαν περάσει τους περίμενε άλλη μια δυσκολία, η ψείρα που είχε αρχίσει να κοχλάζει. Κάποιοι, συμπεριλαμβανομένου και του Αντρέα, είχαν μαζί τους υδράργυρο και άλειφαν με αυτόν τα κορμιά τους. Έτσι έσωσαν λίγο την κατάσταση και δεν υπέφεραν στο βαθμό που υπέφεραν οι υπόλοιποι, δηλαδή όσοι δεν είχαν υδράργυρο. Μετά από λίγες μέρες το νερό λιγόστεψε. Μαζεύονταν όλοι στα ντεπόζιτα με τις βίκες. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ένα βράδυ ξέσπασε δυνατή φουρτούνα. Το πλοίο πήγαινε πότε μπρος πότε πίσω. Δυνατά τραντάγματα το κούναγαν απότομα. Σταμάτησε η φουρτούνα ξαφνικά και ξημέρωσε μια μέρα τόσο όμορφη σαν τη θάλασσα που ήταν καταγάλανη και ήρεμη…
 Ένα δειλινό του Νοεμβρίου, κατά τις είκοσι πέντε της Αγίας Αικατερίνης, ακούστηκε ένας μεγάλος κρότος και το πλοίο τραντάχτηκε ολόκληρο. Οι επιβάτες φώναζαν και οι μηχανικοί προσπαθούσαν να επιδιορθώσουν τη βλάβη. Όταν βράδιασε το πλοίο σήκωσε φώτα κινδύνου. Όλοι οι ορθόδοξοι έκαναν το σταυρό τους και προσεύχονταν. Τελικά φτιάχτηκε η ζημιά και το πλοίο συνέχισε το ταξίδι του. Κατά τις δύο τη νύχτα το πλοίο μπήκε στον ποταμό Μισισιπή, από τον οποίο και έπιασε νερό. Όλοι άρχισαν να πίνουν λαίμαργα μιας και είχαν πολλές μέρες να βάλουν στο στόμα τους γλυκό νερό. Έπειτα ήρθε ένα ρυμουλκό και τους πήρε. Έκαναν άλλες δύο μέρες ταξίδι, και επιτέλους έφτασαν στη Νέα Ορλεάνη. Η αμερικανική κυβέρνηση έστειλε επιτροπή να τους επιθεωρήσει ξανά, παρόλο που είχαν εξεταστεί πριν ξεκινήσουν το ταξίδι τους. Όταν έφτασε εκεί γιατρός άρχισε να τους εξετάζει έναν προς έναν. Όποιος ήταν απολύτως υγιής, του έδινε κάρτα με μπλε και οράιτ, ενώ όποιος δεν ήταν του έδινε κάρτα με κόκκινο και σκαρτ. Δυστυχώς ο Ανδρέας ήταν ανάμεσα σε αυτούς που είχαν πάρει κάρτα με κόκκινο, και ο μόνος στην παρέα του. Δεν το έβαλε όμως κάτω!
   ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ
 Ο τρόπος με τον οποίο ο Θανάσης Βαλτινός αφηγείται το δύσκολο ταξίδι του Αντρέα Κορδοπάτη προς την Αμερική, είναι εντελώς παραστατικός, και μου δημιουργεί πλήθος εικόνων. Εικόνες που ακόμα και στις μέρες μας, τον 21ο αιώνα, θα συναντήσουμε. Εικόνες άσχημες. Εικόνες που δημιουργούν συναισθήματα όπως θλίψη, πόνο και φόβο. Αλλά ταυτόχρονα και χαρά, γιατί νιώθεις και ελπίζεις πώς κάποιος που μεταναστεύει σε κάποια άλλη χώρα θα ζήσει μια καλύτερη ζωή εκεί! Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως δεν θα νοσταλγήσει την πατρίδα του. Γιατί όπου κι αν πάμε, όπου κι αν μας οδηγήσει η ζωή, η πατρίδα μας θα είναι πάντοτε μέσα στις καρδιές μας, και ποτέ δεν θα ξεχάσουμε πως κάποτε ζήσαμε εκεί. Οι άνθρωποι πριν από χιλιάδες χρόνια άρχισαν να μεταναστεύουν. Ήδη στην ιστορία του 2000 π.Χ. διαβάζουμε γεγονότα για μαζικές μεταναστεύσεις ανθρώπων. Δεν μεταναστεύουμε επειδή το θελήσαμε, αλλά επειδή αναγκαστήκαμε. Στο πλοίο με το οποίο ταξίδευε ο Αντρέας Κορδοπάτης ταξίδευαν χιλιάδες άλλοι άνθρωποι, με διαφορετική καταγωγή. Όλοι τους έχουν περάσει πολλές δυσκολίες, ώστε να οδηγηθούν στη μετανάστευση, και θα μπορούσε να γραφτεί για τον καθένα από αυτούς ένα βιβλίο, στο οποίο να περιγράφεται η ζωή τους, έτσι ακριβώς όπως συνέβη και με τον Αντρέα Κορδοπάτη...




                                                              ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ    
                                                   ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΚΟΡΔΟΠΑΤΗ
Γράφει ο Δημοσθένης Τρυφιάτης, μαθητής Β Γυμνασίου
  To  βιβλίο  του  Θανάση  Βαλτινού,   Συναξάρι  του  Ανδρέα  Κορδοπάτη, αναφέρει  τις  προσπάθειες  του  Αντρέα  να  ξενιτευτεί, μερικές  από  τις  οποίες  ήταν  πετυχημένες  και  άλλες  αποτυχημένες.  Η  οικογένεια  του  Αντρέα  ήταν  πολύτεκνη, με  μεγαλύτερο  τον  Βασίλη, ο  οποίος  προσπάθησε  με  πολλούς  τρόπους  να  συνεισφέρει  στα  οικονομικά  της  οικογένειας.  Ο  Αντρέας  γι  αυτό  το  λόγο  όταν  ήταν  μικρός  πάντα  τον  βοηθούσε.  Όμως, και  πάλι  τα  οικονομικά  τους  δεν  πήγαιναν  τόσο  καλά,  έτσι  ο  Αντρέας  αποφάσισε  να  ξενιτευτεί.  Προσπάθησε  τρείς  φορές  να  ξενιτευτεί, αλλά  λόγω προβλημάτων της  υγείας  του δεν τα κατάφερε. Παρά  την  στεναχώρια  του  δεν  το  έβαλε  κάτω  και  προσπάθησε  για  τέταρτη  φορά  να  ξενιτευτεί,   και  τα  κατάφερε!
    Έμαθε  ότι  υπήρχε  πλοίο  το  οποίο  θα  έφευγε  από  την  Πάτρα  για  Νέα  Ορλεάνη. Έμεινε  ένα  βράδυ  στην  Πάτρα  και  το  βράδυ  της  άλλης  μέρας  αναχώρησε  για  να φτάσει  μετά  από  2  ημέρες  στο  Παλέρμο. Εκεί  έμεινε  6  ώρες  και  ξεκίνησαν  για  το  Γιβραλτάρ. Μείνανε  εκεί  6  ώρες  και  μετά  ανοιχτήκανε  στο  μεγάλο  Ωκεανό. Για  φαγητό  τους  έδιναν  κάτι  παλιάλογα... Αυτός  επιβίωσε  από  τα  πράγματα  που  πήρε  στην  Πάτρα. Ζούσανε  μέσα  σε  αυτήν  την  φρίκη. Έπειτα  άρχισε  να  κοχλάζει  η  ψείρα...   Κάποια    μέρα  έφτασε  στα  νησιά  της  Φλώριδας   και  είχε  ακόμα  πολύ  χρόνο  για  Νέα  Ορλεάνη. Όταν έφτασαν  ήρθαν  οι  γιατροί  για  να  τους  εξετάσουν.  Οι περισσότεροι   τα  κατάφεραν  να κριθούν υγιείς  εκτός  από  τον  ίδιο, με  αποτέλεσμα  να  τον  κλείσουν  στο  μπουντρούμι. Την  άλλη  μέρα  τον  έβγαλαν  έξω, όπου  αποφάσισε  να  το  σκάσει. Και το κατάφερε. Στην  ακτή  έψαχνε  σαν  τρελός  τους  συγγενείς  του  και  για  ελληνικό  ξενοδοχείο  για  να  περάσει  το  βράδυ. Τελικά, βρήκε  και  ξενοδοχείο  και  τον  ξάδελφό   του...
Από τότε ζει ως λαθρομετανάστης στην Αμερική:
 Έμεινε  2  ημέρες  στο  Σανλουίς  και  τη  Τρίτη  πήγε  στο  σταθμό  για  Κάνσας  Σίτυ. Φτάνοντας, έβγαλε  άλλο  εισιτήριο  για Σανλαίκι  Σίτυ  και  από  εκεί  στο  Όγδοο, όπου  βρήκε  τον  αδελφό  του  Γιάννη. Μετά  ξαναφεύγει  Σανλαίκι  Σίτυ  και  ξαναγυρίζει  στο  Ποκατέλο  όπου  έκατσε  στον  αδελφό  του  10 ημέρες. Στη  συνέχεια, έφυγε για  Νάμπα Αϊντάχο  όπου  πιάνει  δουλειά. Έπειτα, φεύγει για Βόισενς Αϊντάχο, όπου  βοήθαγε  Έλληνα  τσαγκάρη. Με  τα  αδέλφια  του  φεύγει  για  Μπιούτη  Μοντάνα,  όπου  έπιασε  δουλειά  στα  βαγόνια,  και  μετά  από  2  εβδομάδες  άνεργοι,  φεύγουν  για  Μισούλα όπου  δουλεύουν  ως  εργάτες  στο  εργοστάσιο  συλλογής  σιδήρων  με  καλό  μισθό  μέχρι που  πήραν  τάιμ  τσεκ   και  σκολάσανε. Ξαναπιάνουν  δουλειά  όμως  σε  εργοστάσιο  με  κάρβουνα, αλλά  λόγω  της  επιβάρυνσης  της  υγείας  του, πιάνει  δουλειά  στο  πλύσιμο  των  μηχανών. Δούλεψε  πολύ  καιρό  εκεί,  αλλά  έγινε  αντιληπτός  στους  κλητήρες.  Έφυγε  από  το  εργοστάσιο  και  έμενε  στο  σπίτι  του  συνεταίρου  του  αδελφού  του  για  20  ημέρες  και  μετά  έφυγε  για  Μπιούτη  Μοντάνα. Από  εκεί   φεύγει  αργά  τη  νύχτα  για Ποκατέλο , δουλεύοντας  στα  μεσίνια. Τελειώνοντας  την  εργασία  του,  πήγε  στο  σαλούνι   του  Γιάννη, και  όταν  πήγε  να  ξεφύγει, οι  κλητήρες  κατάφεραν  να  τον  πιάσουν. Τον  οδήγησαν  στο  Τμήμα, όπου  άρχισαν  την  ανάκριση. Έπειτα, τον  οδήγησαν  στο   υπόγειο, όπου  έμεινε  τρείς  ημέρες  και  την  τέταρτη  τον  εξέτασαν  οι  γιατροί, οι  οποίοι  τον  έβγαλαν  καθαρό. Σε  τρείς  ημέρες  ήρθε  η  εγγύηση  που  έλεγε  ότι  θα  έφευγε. Βγαίνοντας  από  τη  φυλακή,  έπιασε  δουλειά  σε  ένα  εργοστάσιο  για  25  ημέρες.  Μετά  πληρώθηκε  για  να  φύγει  για  Ελλάδα.
   Χαιρέτησε  με  κλάματα  τους   αδελφούς  του, αγόρασε  πράγματα  και  μπήκε  στο  τρένο  για  να  φύγει. Έφτασε  στη  Νέα  Υόρκη  τη  νύχτα, όπου  έμεινε  στο  ξενοδοχείο, φυλαγόμενος  από  τους  κλητήρες. Το  μεσημέρι  πήγε  στο  Καστριγκάρι    και  το  βράδυ  έφυγε  για  Ελλάδα. Την  άλλη  μέρα  έφτασε  στην  Πορτογαλία  μένοντας  μισή  ημέρα. Δεύτερο  λιμάνι  ήταν  η  Νεάπολη  και  έπειτα  από  2  ημέρες  στην  Πάτρα. Εκεί  έμεινε  1  ημέρα  και  το  πρωί  ο  Ανδρέας  έφυγε  για  Πύργο, από  εκεί  στην  Τρίπολη  και  στη  συνέχεια  μαζί  με  τον  αδελφό  του  Αντώνη  για  το  χωριό. Πριν  φύγουν  όμως  ο  Ανδρέας, μπαίνει  στο  πρακτορείο  της  πόλης, αφήνει  όνομα  και  σύσταση  και  ζητά  να  τον  ενημερώσουν  όταν  θα  ξαναπεράσει  πλοίο  για  Αμερική...




Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Μετανάστευση νέων

Γράφει η Μαρία Σαρδέλη

Καθώς η Ιστορία επαναλαμβάνεται η μετανάστευση εξακολουθεί και σήμερα να αποτελεί ζήτημα της χώρας μας. Το ξερίζωμα από την πατρίδα με κατεύθυνση το άγνωστο είναι κάτι που βιώνουν εκατομμύρια νέοι σήμερα. Η οικονομική κρίση και η ανεπάρκεια θέσεων εργασίας, ωθεί τους μορφωμένους νέους μας να εγκαταλείψουν τη χώρα. Τα έξυπνα μυαλά τους, εκμεταλλεύονται οι χώρες με υψηλότερη φυσικά οικονομία και βιοτικά επίπεδα. Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ άσχημο να φεύγουν τόσοι άνθρωποι όπως τα αποδημητικά πουλιά. Εγώ η ίδια δεν ξέρω αν θα είχα τη δύναμη για να φύγω από την Ελλάδα..


Εδώ είναι η πορεία όλων των νέων σήμερα..
(Να ξέρουμε τί θα ακολουθήσουμε..)

Δημοτικό
Γυμνάσιο
Λύκειο
Πανεπιστήμιο
Διαβατήριο


...