Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Το διπλό βιβλίο




Πολυτίμη  

Σ

κεπετάρη



(Δημήτρης Χατζής)
Το βιβλίο αυτό αναφέρεται στον Κώστα, ένα φτωχό αγόρι που γεννήθηκε στην Σούρπη, ένα χωριό κοντά στο Βόλο, το 1940. Ο πατέρας του δούλευε σε ένα ραφτάδικο και λόγω της φτώχιας του ποθούσε να φύγει στο εξωτερικό για μια καλύτερη ζωή. Ύστερα από τον θάνατο της μητέρας του στα δεκαπέντε  του χρόνια έπιασε δουλεία σε ένα ξυλάδικο στην πόλη, έτσι ώστε να καλύψει τα έξοδα της οικογένειας του. Μετά από λίγο καιρό όμως, λόγω συνθηκών ζωής στην Ελλάδα και με τη βοήθεια του Σταύρου, τον οποίο είχε γνωρίσει πηγαίνοντας στο στρατό, καταφεύγει στη Γερμανία, ως οικονομικός μετανάστης, αφήνοντας πίσω του την αδελφή του, την Αναστασία. Εκεί πιάνει δουλειά σε ένα εργοστάσιο, το Άουτελ, που κατασκευάζει λάμπες και είδη για τον μηχανισμό των αυτοκινήτων. Στο εργοστάσιο αυτό, ο Κώστας μας περιγράφει, πως κάθε εργάτης ασχολείται με μια τυποποιημένη εργασία μαζί με άλλους εργαζόμενους που κάνουν το ίδιο. Σε ένα απρόσωπο περιβάλλον, πολύπλοκο σύστημα, με πολλά μηχανήματα που ο ίδιος δεν μπορεί να καταλάβει. Στη μεγαλούπολη εκεί ο Κώστας περιβάλλεται από ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα κοινό μαζί του και με τους οποίους δεν μπορεί να επικοινωνήσει. Δεν έχει που να πάει και δεν έχει κανέναν να τον περιμένει. Έχει ουσιαστικά χάσει την προσωπική του ταυτότητα ενώ η μονοτονία και η ρουτίνα του δημιουργεί ψυχική και κοινωνική αποξένωση.

Απόσπασμα
Σε αυτό το σημείο ο απλοϊκός  αυτός άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβει πως λειτουργεί αυτό το σύστημα και νιώθει μικρός και ασήμαντος βλέποντας τον εαυτό του ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους. Έτσι ψάχνοντας να ανακαλύψει την ταυτότητα του, πως δηλαδή ο ίδιος συμμετέχει σε αυτήν την εργασία, φέρνει στον νου του μια εικόνα που είχε δει στο σινεμά. Δηλαδή μια σταγόνα νερού σε μεγέθυνση, με εκατομμύρια μικρόβια μέσα της. Έτσι νιώθει ασήμαντος, όπως ασήμαντο είναι επίσης και το μικρόβιο της σταγόνας.

Αναγκάστηκα να φύγω από την Ελλάδα…


O Γιώργος Κοντογιάννης στα ναυπηγεία  της Ολλανδίας…

Ονομάζομαι Γιώργος Κοντογιάννης και είμαι από τη Σκουτερά. Την Ελλάδα την εγκατέλειψα πέρυσι το Φεβρουάριο[2014] για να πάω στην Ολλανδία.
Αναγκάστηκα να  φύγω από την Ελλάδα για καθαρά οικονομικούς λόγους!
Δεν μπορούσα να ανταπεξέλθω ούτε στις πρώτες ανάγκες διαβίωσης της οικογένειάς μου.
Δεν είχαμε να φάμε στην κυριολεξία.
Όταν έφυγα ένιωσα πάρα πολύ άσχημα που θα άφηνα την οικογένειά μου πίσω, αλλά δεν είχα άλλη επιλογή.
Έπρεπε να φύγω για να έχουν τα παιδιά μου κι η γυναίκα ένα σπίτι να μένουν και ένα πιάτο φαγητό να  τρώνε.
Όσο  για τους συγγενείς μου δεν είχαν άλλη επιλογή από το να στηρίζουν την απόφασή μου.
Δυστυχώς από τη στιγμή που ψάχνεις για δουλειά δεν διαλέγεις τη χώρα που θα φύγεις. Όπου έχει  δουλειά θα πας, από τη στιγμή που αποφάσισες να στερηθείς  την οικογένειά  σου…
Ευτυχώς, δεν είχα κανένα  πρόβλημα προσαρμογής, γιατί « τα  βουνά είναι μαθημένα από τα χιόνια», όπως λένε…
Τη ζωή μου σήμερα δεν μπορώ να την χαρακτηρίσω ούτε καλή ούτε κακή.
Καλή γιατί μπορώ να ανταπεξέλθω τις δυσκολίες της ζωής. Κακή γιατί πρώτον δεν έχω καθόλου ζωή. Είμαι δουλειά σπίτι, σπίτι δουλειά.
Και δεύτερον η οικογένειά μου δεν νιώθει ασφαλής και τα παιδιά μου μεγαλώνουν χωρίς το πατρικό πρότυπο!
Εργασία όπως πάντα, αν δεν έχεις κάποιον γνωστό ή συγγενή είναι δύσκολο να βρεις. Εκτός αν έχεις καλές γνώσεις  και είσαι προικισμένος.
Ρατσισμό συγκεκριμένα εδώ που είμαι δεν μπορώ να πω ότι αντιμετώπισα. Μόνο λίγο  ζήλεια να το πω, κάπως έτσι θα το χαρακτήριζα.
Όσον αφορά την αμοιβή κάθε  εργαζόμενου πάνω στη γη ποτέ δεν είναι ικανοποιημένος αντίστοιχα  με αυτό που προσφέρει η εταιρεία. Δεν μπορώ να πω όμως ως ένα βαθμό είμαι ικανοποιημένος επειδή ζει η οικογένειά μου αξιοπρεπώς.
Φίλους δεν κάνεις ποτέ. Μόνο τους κερδίζεις.
Η πόλη που ζω είναι σαν μικρό χωριό και δεν μου αρέσει καθόλου. Είμαι εδώ από ανάγκη και όχι από επιλογή. Σαν την Ελλαδάρα δεν υπάρχει πουθενά.
Ταξίδεψα με αεροπλάνο από το Ελ. Βενιζέλος αφού πρώτα ταξίδεψα για 4 ώρες με το λεωφορείο για να πάω στο αεροπλάνο.
Εδώ ο τρόπος ζωής είναι μίζερος και βαρετός. Καθημερινά κάνεις τα ίδια πράγματα.
Ξυπνάς στις 6, φτιάχνεις καφέ, οδηγείς για να πας στο ναυπηγείο, αλλάζεις στις 7 και πιάνεις δουλειά μέχρι τις 5:30 που σχολάς. Μετά πας στο μάρκετ και ψωνίζεις φαγητό, φεύγεις πας στο σπίτι , κάνεις μπάνιο, μαγειρεύεις, τρως, κάθεσαι λίγο και μετά πας και πέφτεις στο κρεβάτι. Αύριο κάνεις το ίδιο πάλι…
Αν αυτή είναι ζωή, χαρακτήρισέ την όπως νομίζεις.
Επίσης ξέχασα να πω ότι με την οικογένειά μου μιλάω καθημερινά μέσω του viber.Mόνο εκεί χρησιμοποιώ την τεχνολογία…
Αυτά είχα να πω.

Η αφήγηση της ζωής του μετανάστη Γ. Κοντογιάννη στον ανηψιό του Σπύρο Σαμαρά, μαθητή Γ Γυμνασίου έγινε μέγω skype.[Ιανουάριος 2014]



Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015


Aπό την Αιτωλοακαρνανία στο Αμβούργο...
Γράφει ο Χριστόφορος Βασιλόπουλος, μαθητής Β Γυμνασίου


Το διήγημα αυτό αναφέρεται σε έναν μετανάστη από την Ελλάδα το Θωμά με καταγωγή από ένα χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, ο οποίος ξεκίνησε μαζί με την οικογένειά του ,τα παιδιά ,την Κατερίνα και τον Χρήστο ,και την γυναίκα του την Μαρία για την Γερμανία  ,αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον από αυτό της φτώχειας και της μιζέριας στην Ελλάδα...
                                                                                                        
  Τα πρώτα  χρόνια  ήταν τα πιο δύσκολα . Αρχικά έμεναν σε ένα διαμέρισμα στο Βερολίνο ,αλλά αργότερα αγόρασαν ένα σπίτι σε μια όμορφη μικρή πόλη , ένα τέταρτο μακριά στο Αμβούργο. Μια περιοχή που είναι γνωστό ότι εκεί κατοικούν πολλοί Έλληνες μετανάστες.   Το σπίτι τους στο Αμβούργο ήταν μικρό αλλά πολύ όμορφο. Ήταν πέτρινο με κεραμιδένια σκεπή και είχε μια καταπράσινη αυλή με μικρά και μεγάλα δέντρα και λουλούδια. Στο κέντρο της είχε και ένα συντριβανάκι από όπου έπιναν νερό τα διψασμένα πουλιά.                                                                                                                                            .                                                       
Ο Θωμάς , αν και αρχικά ,δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά τελικά τον προσέλαβαν σε ένα εργοστάσιο αυτοκινήτων. Η δουλειά του ήταν εξοντωτική και πολύ κουραστική καθώς δούλευε πολλές ώρες κάθε μέρα . Ξεκουραζόταν μόνο τα Χριστούγεννα και το μισό καλοκαίρι ενώ ενδιάμεσα έπαιρνε και λίγες μέρες άδεια. Έκανε ό,τι μπορούσε για να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειας.Το αφεντικό του συνεχώς τον έβαζε να κάνει υπερωρίες για τις οποίες δεν πληρωνόταν και φαινόταν ότι δεν τον συμπαθούσε και είχε συνεχώς παράπονα από τη δουλειά του Θωμά.                                                                                                                                        
Τα παιδιά, ο Χρήστος και η Κατερίνα, γράφτηκαν στο γερμανικό σχολείο σε μια τάξη μαζί με άλλα ελληνάκια  και έκαναν 3 ώρες Ελληνικά και 2 Γερμανικά . Τα παιδιά στο νέο τους σχολείο έκαναν πολλούς φίλους και γνώρισαν πολλά ελληνάκια. Τα παιδιά φαίνεται πως είχαν προσαρμοστεί πιο εύκολα από τους γονείς τους στην ξένη χώρα . Δεν παύουν όμως να νοσταλγούν τούς φίλους τους και την πατρίδα τους. Αντίθετα ο Θωμάς και η Μαρία δεν κατάφεραν να συνηθίσουν τη Γερμανία και την νοοτροπία της στην αρχή ,καθώς ,είχαν και κάτι μπλεξίματα...                                                                                                                                                                                           
Του Θωμά του έλειπε πολύ η Ελλάδα . Κάθε 2-3 μέρες αλληλογραφούσε με την αδερφή του στην Ελλάδα που της είχε μεγάλη αδυναμία. Εξάλλου ήταν από τους λίγους κοντινούς συγγενείς που είχε στην Ελλάδα.  Μέχρι και κατάθλιψη τον έπιασε αφού νοστάλγησε τόσο πολύ την Ελλάδα ,τον τόπο του. Αργότερα όμως και αυτός και η γυναίκα του  άρχισαν να συνηθίζουν την ξένη νοοτροπία και να προσαρμόζονται στην Γερμανία,αλλά και πάλι ένιωθαν μια νοσταλγία για την Ελλάδα.                                                                                                           
Και τα επόμενα χρόνια όμως ο Θωμάς δεν είχε συνηθίσει για τα καλά την ζωή  στη Γερμανία καθώς του έλειπε   πολύ αυτή η ένταση από τη ζωή στην Ελλάδα, οι καβγάδες που συναντούσε στο δρόμο κάθε πρωί που πήγαινε στη δουλειά -πριν βέβαια τον απολύσουν - και η φασαρία . Γενικά η ζωή του τώρα ήταν μονότονη, αλλά έπαιρνε κουράγιο από τα παιδιά και τη γυναίκα του που τον στήριζαν και προσπαθούσαν συνεχώς να του ανεβάζουν το ηθικό και το κέφι και να του φτιάξουν τη διάθεση λέγοντάς του πως τα πράγματα σύντομα θα καλυτερέψουν .Αυτή ήταν η μόνη του παρηγοριά. 
Εκεί στη Γερμανία έκανε και κάποιους φίλους τους οποίους έβλεπε  κάθε μέρα στη δουλειά και συζήταγαν και έλεγαν τα νέα τους  στα διαλείμματα που έκαναν και έτσι ξεχνιόταν λίγο και νόμιζε πως βρίσκεται στην Ελλάδα. Με αυτό τον τρόπο το περιβάλλον εκεί του γινόταν     πιο οικείο . Άλλες φορές το βραδάκι όταν έπαιρνε άδεια έβγαινε για βόλτα με όλη την οικογένεια και χάζευαν τις βιτρίνες των μαγαζιών και έτσι περνούσαν την ώρα τους .Κάποιες φορές αγόραζε και κανένα παιχνίδι στα παιδιά καθώς τα αγαπούσε πολύ και δεν τους χαλούσε χατίρια.            
   Τα επόμενα χρόνια στη Γερμανία όμως ήταν ευχάριστα ,και τα πράγματα έφτιαξαν. Ο Θωμάς άνοιξε δική του αυτοκινητοβιομηχανία, τα παιδιά του σπούδασαν και η γυναίκα του ασχολούνταν με το σπίτι χαρούμενη πια με την τροπή που πήραν τα πράγματα.
  Δεν έπαψαν βέβαια να λαχταρούν την πατρίδα τους  και την επισκέπτονταν τακτικά  κάθε Χριστούγεννα και καλοκαίρι και έτσι έβλεπαν και τους συγγενείς και τους φίλους τους...          
                                                                                                                                                 


Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Η Πολιτιστική ομάδα του 2ου Γυμνασίου Αγρινίου «Κοσμάς ο Αιτωλός»,με υπεύθυνες τις καθηγήτριες: Μαρία Αγγέλη, Αγγελική Δαλιάνη και Έφη Κωνσταντίνου διοργάνωσε την παρουσίαση του βιβλίου του Θανάση Βαλτινού με τίτλο:
Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη

Η λέξη Συναξάρι στον τίτλο του βιβλίου παραπέμπει σε χριστιανικά βιβλία για τους βίους και τα μαρτύρια των Αγίων και μαρτύρων της εκκλησίας…

Στο βιβλίο αυτό παρακολουθούμε το μαρτύριο ενός πάμφτωχου αγρότη που ξεκινάει από την Πελοπόνησο για να φτάσει στο «δικό του Παράδεισο», τη μακρινή Αμερική.
Δοκιμάζεται, βασανίζεται, περιπλανιέται…αλλά δεν λυγίζει!

«Ο Αντρέας Κορδοπάτης είναι όλοι εκείνοι που προσπάθησαν να δραπετεύσουν από τη νεοελληνική ένδεια.Υπέστησαν τα πάντα: ταπεινώσεις, κακουχίες.Τα κατάφεραν ωστόσο.
Αυτούς καλύπτει το μοντέλο Κορδοπάτης»
Αυτά δήλωσε ο ίδιος ο συγγραφέας στην εφημερίδα Το Βήμα,16/7/2000

Το φαινόμενο της Μετανάστευσης είναι επίκαιρο!

Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει τη Δευτέρα , 20 Ιανουαρίου 2015  στο  χώρο του   σχολείου.






Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ: Η  ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ


Γράφει ο Γιώργος Χριστοδουλόπουλος, μαθητής Β Γυμνασίου


Ο Στέλιος είναι ένας άνεργος νέος πτυχιούχος στη Διοίκηση Επιχειρήσεων που σπούδασε  στην Αγγλία. Είναι παντρεμένος με τη Νατάσα που εργάζεται ως υπάλληλος σε ένα  μαγαζί ταχυφαγείας  στα Γιάννενα, όπου ζει το νέο ζευγάρι.
Το 2009 ξέσπασε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Πολλοί άνθρωποι απολύθηκαν από τις δουλειές τους. Ένας από αυτούς ήταν και ο Στέλιος, που απολύθηκε από την εταιρία που δούλευε ως  διευθυντής οικονομικών. Τα χρέη άρχισαν να αυξάνονται. Ο Στέλιος δεν είχε να τα πληρώσει και τα πράγματα άρχισαν να βγαίνουν δύσκολα πέρα και οι υποχρεώσεις πολλές.Ο Στέλιος ήταν σε σημείο να τρελαθεί  από όλα που του συνέβησαν.
Ένα βράδυ χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Ήταν ο κολλητός του Στέλιου, ο Μάκης. Πέρασε μέσα και καθίσανε στον καναπέ. Τον ρώτησαν γιατί τους επισκέφτηκε μέσα στη νύχτα. Ο Μάκης τους είπε ότι έχει φέρει πάρα πολύ καλά  νέα να τους ανακοινώσει και δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι το πρωί. Ο  λόγος ήταν ότι βρήκε δουλειά στο Στέλιο! Όταν άκουσαν το λόγο του Μάκη έμειναν άφωνοι και κατευθείαν ρώτησαν τι δουλειά του βρήκε. Μήπως σε καμιά καφετέρια σερβιτόρος ή εργάτης σε οικοδομή;
Ο Μάκης γέλασε και τους είπε ότι δεν είναι τίποτα από τα δύο, αλλά ότι  είναι επάνω σε αυτό που σπούδασε και  ότι η δουλειά θα του εξασφαλίσει πολύ καλά χρήματα για την εποχή αυτή. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: αν δεχτεί τη δουλειά πρέπει να φύγει από τη χώρα του και να πάει στην Πορτογαλία, στην πόλη Πόρτο. Εκεί έχει την εταιρεία ο ομοεθνής τους. Ο Στέλιος μπήκε σε σκέψεις, ευχαρίστησε όμως το Μάκη που έφυγε…
Ο Στέλιος όλο το βράδυ σκεφτόταν και το πρωί το συζήτησε με τη γυναίκα του, που του είπε να μην το σκέφτεται καθόλου. Ο Στέλιος ήθελε να σκεφτεί λίγο ακόμα γιατί είναι μια απόφαση που θα του αλλάξει όλη τη ζωή του. Το συζήτησε με τους γονείς και τον αδελφό του και δεν έφεραν αντίρρηση πάνω στο  θέμα. Μετά έψαξε στο  ίντερνετ να  δει πώς είναι αυτή η περιοχή που θα πήγαινε να ζήσει, το Πόρτο. Από αυτά που είδε, ωραία περιοχή σκέφτηκε…
Το επόμενο πρωί ο Στέλιος βγήκε για κάτι δουλειές στην πόλη και όπως περπατούσε είδε μια κυρία με ένα μωρό στην αγκαλιά να ζητιανεύει για ένα κομμάτι ψωμί να δώσει στο παιδάκι της. Μετά από αυτό το περιστατικό φοβήθηκε ότι μπορεί και αυτός να φτάσει στην ίδια θέση και να ζητιανεύει…Έτσι πήρε την απόφαση να δεχτεί τη θέση και να πάει στο Πόρτο. Την επόμενη μέρα κιόλας έβγαλε τα εισιτήρια και μέσα σε δυο μέρες ταξίδευαν για την Πορτογαλία.
Δεν άργησαν να συνηθίσουν στο νέο περιβάλλον. Αναπτύξανε φιλίες με τους κατοίκους της περιοχής. Ο Στέλιος πήρε  τη θέση στην Εταιρεία και άρχισε να  βγάζει τα πρώτα του χρήματα. Η Νατάσα απέκτησε το  πρώτο παιδάκι τους στην Πορτογαλία. Το βάφτισε το αφεντικό του Στέλιου. Έτσι ωραία και ομαλά πέρναγαν τα χρόνια στην Πορτογαλία…

Είχαν όμως ένα όνειρο: να γυρίσουν στην Ελλάδα και να αγοράσουν ένα σπίτι σε ένα νησί και να περάσουν εκεί τα υπόλοιπα χρόνια τους. Ο Στέλιος ήθελε και κάτι άλλο: να κάνει μια δωρεά σε ανθρώπους που δεν έχουν χρήματα να συντηρήσουν αξιοπρεπώς τις οικογένειές τους!

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΗ

Αγρίνιο 23 Δεκεμβρίου 2014

Αγαπητέ Αϊ Βασίλη,                                                       


Σου γράφω αυτό το γράμμα για να σου ζητήσω μια χάρη:
Θα ήθελα να έχω τη δυνατότητα να πήγαινα πιο συχνά στους παππούδες μου και να περνάω τις γιορτινές μέρες του χρόνου κοντά στους συγγενείς μου στην Αλβανία.

Αϊ Βασίλη, δε σου ζητώ ακριβά πράγματα όπως άλλα παιδιά της  ηλικίας μου, που σου ζητούν διάφορα υλικά αγαθά όπως: laptop και κινητά. Αυτά δεν έχουν καμία σημασία στη ζωή μου. Αντιθέτως εγώ θέλω να έχω την οικογένειά μου κοντά, μαζεμένους σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα και να γιορτάζουμε μαζί τα Χριστούγεννα.

Αϊ Βασίλη, θα ήθελα επίσης,  να σου ζητήσω να στείλεις αισιοδοξία στη μικρή Αγγελικούλα που έρχεται κάθε μέρα στο χωριό μου και ζητιανεύει από σπίτι σε σπίτι. Ακόμα θα ήθελα να της δώσεις ένα μικρό παιχνίδι να έχει συντροφιά για να μη σκέφτεται τον νεκρό πατέρα της…
Μόνο αυτά θα ήθελα να σου ζητήσω για τα Χριστούγεννα, γιατί λυπάμαι  τη μικρή
Αγγελικούλα και δεν έχω τη δυνατότητα να τη βοηθήσω!

Με αγάπη

Φωτεινή Γκογκάι













Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΟΥ 2ΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ
«ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ»

ΕΥΧΕΤΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ:

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
ΚΑΙ
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

Υγεία,αγάπη,χαρά,δημιουργία,αισιοδοξία…

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

Γράμμα ενός  Έλληνα μετανάστη
Γράφει ο Δημοσθένης Τρυφιάτης, μαθητής Β4 Γυμνασίου

                                                                                    Νέα Ζηλανδία, 18 Δεκεμβρίου 2014
Αγαπημένη   μου  Μητέρα,   
Χθες  έλαβα  το  γράμμα  σου  το  οποίο  δε  χόρταινα  να  διαβάζω  με  τα  τόσα  νέα.  Τι  γίνεται  με  την  αδερφή  μου  μαζί  με  τον  Γιάννη. Μακάρι,  να  μάθω  ότι  παντρεύτηκαν και  ότι έφτιαξαν   τη  ζωή  τους.  Ευχαριστήθηκα  που  είχες  τόσο  κόσμο  στη  γιορτή  του  πατέρα  μου.  Να  του  πεις  χρόνια  πολλά  από  εμένα  και  όσον  αφορά  το  δώρο  του  αγόρασα  κάτι  με  όσα  λεφτά  μπορούσα.  Πιστεύω  τον  Απρίλιο  να  έρθω  να  σας  δω.  Σε  ευχαριστώ  πάρα  πολύ  για  τα  φαγητά  που  μου  έστειλες,  αλλά  άλλη  φορά  να  μην  χρεώνεσαι  τόσο.
Έγραψα,  επίσης  και  στον  αδερφό  μου.  Είχε  ανησυχήσει  παίρνοντας  με  τηλέφωνο  λέγοντας  ότι  αν  κάτι  δεν  πήγαινε  καλά  να  γυρίσω  πίσω.  Του  έγραψα  ότι  χρειάστηκε  να  επισκεφτώ   γιατρό  τέσσερις  φορές.  Γιατί  πράγματι  ήμουν  άσχημα  από  μελαγχολία  και  αυτό  όχι  γιατί  δεν  υπάρχει  τρόπος  να  ασχοληθώ  με  κάτι,  αλλά  για  λόγους  νοσταλγίας.
Δεν  ξέρεις,  μητέρα,  πως  αργούν  να  περάσουν  οι  ώρες  σκεφτόμενος  την  πατρίδα  και  όλους  τους  συγγενείς.  Μου  έγινε  εφιάλτης,  και  το  πρωί  ξυπνάω  με  την  σκέψη  σας.  Ο  γιατρός  μου  έδωσε  ηρεμιστικά , αλλά  δε  με  βοηθάν  και  πολύ.  Από  σήμερα  επίσης  ξεκίνησα  τη  δουλειά.  Άρχισα  να  μαθαίνω  τα  διάφορα  μηχανήματα  και  να  γίνομαι  φίλος  με  τους  άλλους.
 Πες  του  αδερφού  μου  ότι  τώρα  πηγαίνω  καλύτερα  και  με  τη  σκέψη  ότι  θα  εργάζομαι  θα  ησυχάσουν  τα  νεύρα  μου.  Ελπίζω  να  πάρω  και  λίγο  βάρος  γιατί  έχω  ήδη  χάσει  4  κιλά.  Είμαι  τώρα  53.  Αυτή  τη  στιγμή  έχουμε  μεσημεριανή  διακοπή...
 Γράφε  μου  όσο  μπορείς  πιο συχνά,  τα  γράμματα  σου  μου  δίνουν  αισιοδοξία,  τα  νέα  σας  που  μαθαίνω.  Πες  της  αδερφής  μου  ότι  θα  της  απαντήσω  αύριο.  Πιστεύω  να  μάθω  τα  ευχάριστα !!!


Σε  φιλώ

 ο  γιός  σου  Νίκος