Δευτέρα 11 Μαρτίου 2019


 Του Βασίλη, Κλέφτικο Τραγούδι





Δημιουργική Γραφή: Παρωδίες μαθητών 2ου Γυμνασίου Αγρινίου
Διδάσκει: η Μαρία Ν.Αγγέλη

Α). Αχ  μανούλα μου
Γράφουν: η Διονυσία Γεωργίου και η Αδαμαντία-Άννα Γκρίζη
-Στρώσε ’συ παιδί μου τα μαθήματα να κάνεις,
μη σου αστράψω καμιά ανάποδη και μετά φωνάζεις.
Το δωμάτιο συμμάζεψε σαν στάβλος είν’ κει μέσα,
το φαΐ να φτιάξω άσε με, στα πόδια μου μην μπλέκεσαι και φύγε από εδώ μέσα.
-Άσε ρε μάνα να χαρείς, όρεξη που την έχεις
στο κρεβάτι άσε με και σταμάτα να με δέρνεις
στο
Instagram να κάθομαι όλη μέρα
αχ μανούλα μου άσε με, άντε και κόψε πέρα.


Β).Μάνα μου, μην φωνάζεις
Γράφουν: ο Γεώργιος Μπάκας και ο Ελευθέριος Βλάχος
Πηγαίνω τη βολτούλα μου, μου λες και να  προσέχεις                                    Βγαίνω από το σπίτι μου ζακέτα μου φωνάζεις                                             Το κινητό τηλέφωνο κακό μου λες πως κάνει                                                   -Γιε μου κάτσε φρόνιμα στην τάξη μην φωνάζεις                                           -Μάνα μου που μου φώναζες, μα συ δεν εισακούσθης                                                                                                                                                                                                                                                                                          
Γ).  Η σημερινή Μάνα
Γράφουν: η Θεοφανία Κολώνια, η Ελένη Κεσίδη και  η Άντζελα Γκεντοτσάι

-Παιδί μου πρόσεχε τον δρόμο!
Φόρα καλά το μπουφάν σου για να μην κρυώσεις,
γιατί κυκλοφορούν πολλές ιώσεις.
-Ναι βρε μάνα τα ξέρω όλα αυτά. Μου τα λες καθημερινά.
-Γιε μου, να διαβάζεις, μαθήματα να μάθεις
 και στο Πανεπιστήμιο με επιτυχία να περάσεις…

Δ). Του παιδιού ο καημός
Γράφει: ο Γιάννης Σκορδόπουλος

-Παιδί μου σήκω από δω, πήγε η ώρα οχτώ
Και είσαι στο κινητό!
-Μάνα από τον καναπέ δεν θα σηκωθώ
Θέλω να ξαπλώσω να ξεκουραστώ.
-Όλη μέρα κάθεσαι
Και τίποτα δεν νοιάζεσαι!
Το δωμάτιό σου είναι χάλια,
Είναι πεταμένα ακόμα και τα μαξιλάρια!
-Καλά θα σηκωθώ, αα και να σου πω
Απόψε θα βγω! θα γυρίσω αργά
Πού θα πας; θα’χει τίποτα να φας;
-Για κρέπες θα πάμε κοντά στο καφενείο
-Ζακέτα να πάρεις! Εκεί θα κάνει κρύο!

Ε).  Αχ μάνα
Γράφουν: η Ουρανία Μουτεσίδη και η Κωνσταντίνα Παπούτση

Φάε παιδί μου τις φακές
Το σίδηρο να πάρεις
-Μπριζόλες ή πιτόγυρα
Δεν σκέφτηκες να φτιάξεις;
Μάνα το κινητό δεν πρόκειται να  αφήσω
Τα ίνστα στόρυ αν δεν δω εγώ δεν θα ηρεμήσω!
-Τα μαθήματά  σου αν δεν τελειώσεις για καφέ δεν πας!
-μα εν τέλει είμαι σίγουρη πως θα μ’ αγαπάς…
-Με τέτοιο κρύο πού θα πας, θες να μας πουντιάσεις;
Από το σπίτι δεν θα βγεις ζακέτα αν δεν πάρεις!
Καλούς βαθμούς κοίτα να πάρεις,
Γιατί την τάξη δεν βλέπω να περάσεις!

ΣΤ)  Η Ελληνίδα μάνα
Γράφουν:ο  Αλέξιος Ριζογιάννης και ο Γιάννης Σκορδόπουλος
-Μάνα με τα παιδιά για πίτσα πάμε
-Όχι, είναι Παρασκευή, γι’ αυτό φακές θα φάμε!
-γιατί πάλι ρε μάνα;
-βρε  έχει σίδηρο, που κάνει καλό στα παιδιά…
-Ναι, αλλά με πίτες μια χαρά περνάμε!
-Δεν ακούω κουβέντα
Και για σήμερα τέλος η μερέντα!
THE NEXT DAY…
άνα πού είναι το κινητό;
-Δεν θα το πάρεις πριν φάμε βραδινό!
Οι βαθμοί σου είναι χάλια!
-Ντάξει ρε μάνα, δεν είμαστε τσακάλια…
Πρέπει να βελτιωθείς!
-Ρε μάνα, πόση ώρα σου πήρε να το σκεφτείς;


ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΛΥ!
Ευχαριστούμε πολύ την κυρία  Μαρία Αγγέλη για την υπέροχη διδασκαλία της στο μάθημα της Λογοτεχνίας! Ο τρόπος που μας μαθαίνει είναι έμπνευση για εμάς!
Αλέξης, Ράνια, Γιάννης, Κωνσταντίνα …


Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019

Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα, Δημήτρης ΧατζήςΔημιουργική Γραφή: Γράμμα στον ξενιτεμένο  Κώστα (και απάντηση) Διδάσκει:η Μαρία Ν. ΑγγέληΓράφουν: οι μαθητές της Β' Τάξης 2ου Γυμνασίου Αγρινίου


Α). Γράφει: η Angjela Gjedocaj/Άντζελα Γκεντοτσάι

      Αγαπητέ Κώστα,
  Σου γράφω για να σου πω μερικά πράγματα για το πώς θα μπορούσες να διώξεις αυτή σου τη στεναχώρια.
  Καταρχήν, ξέρω πως στην πατρίδα σου δεν έχεις κανέναν. Βέβαια ούτε εδώ έχεις έναν δικό σου άνθρωπο, αλλά επειδή δεν έχεις οικογένεια δεν σημαίνει πως τα παρατάς. Δηλαδή πρέπει κι εσύ ως άνθρωπος να κάνεις την δική σου οικογένεια. Ήρθε λοιπόν η ώρα να σταματήσει η μιζέρια σου και να φτιάξεις την ζωή σου.
  Λοιπόν, γνωρίζω πως αγαπάς την δουλειά σου και επειδή δεν έχεις τι άλλο να κάνεις όταν γυρνάς σπίτι, κάθεσαι περισσότερες ώρες στην δουλειά σου. Όμως αυτό θα σταματήσει για να πας και να γνωρίσεις ανθρώπους και να γίνεις φίλος με αυτούς.
  Επίσης έχω προσέξει πως η Κατερίνα, που μένει κοντά στον μπακάλη, δείχνει μια συμπάθεια για εσένα. Γι'αυτό κανόνισε να φτιάξεις την ζωή σου και δώσε μια ευκαιρία στην Κατερίνα, ακόμη και σε εσένα. Έτσι δεν θα νιώθεις ξένος ούτε μόνος. Κι όταν γυρνάς από την δουλειά σου θα έχεις κάποια να σε περιμένει στο σπίτι. Παρακαλώ μη νιώθεις λυπημένος και φτιάξε την ζωή σου.

Η κόρη του μπακάλη,           
Αναστασία                  
Απάντηση:
      Αγαπητή Αναστασία,
 Έλαβα το γράμμα σου και το εκτιμώ το πως ένας άνθρωπος θα βοηθούσε έναν ξένο και μοναχικό άνθρωπο σαν εμένα και σε ευχαριστώ πολύ για αυτό.
  Καταρχήν, με βοήθησες να κάνω ένα πράγμα που εγώ δεν μπορούσα ούτε να το σκεφτώ, να κάνω φίλους. Και ξέρεις, μόλις βγήκα λίγο στην γειτονιά, ήρθαν πολλοί άνθρωποι οι οποίοι θέλησαν να με γνωρίσουν. Αυτό που με χαροποίησε περισσότερο ήταν πως κάποιοι θέλησαν να γίνουν και φίλοι μου. Βέβαια σου οφείλω πολλά ευχαριστώ! Με βοήθησες να φτιάξω τη ζωή μου και πάνω από όλα μου είπες για την Κατερίνα. Πραγματικά δεν θα το πιστέψεις, σε έναν μήνα από τώρα παντρευόμαστε! Επίσης θέλω να πω πως δεν ήξερα πόσο όμορφα είναι να έχεις φίλους. Είναι σαν να έχεις μια αληθινή οικογένεια, αυτό  που δεν είχα μέχρι τώρα... Βέβαια το καλύτερο είναι ότι μόλις γυρνάω από τη δουλειά στο σπίτι έχω έναν άνθρωπο να με περιμένει, να μου φτιάχνει φαγητό και να με φροντίζει. Ξέρω πως είναι δύσκολο να ξεχάσεις τη στεναχώρια ότι είσαι ξένος, αλλά, με την Κατερίνα στο πλευρό μου, σίγουρα θα είναι εύκολο να το ξεχάσω!
Σε ευχαριστώ,                
Κώστας    

Β). Γράφει: η Αδαμαντία- Άννα Γκρίζη

      Αγαπημένε μου Κώστα,
  Σε βλέπω από το μπαλκόνι μου κάθε βράδυ να περιπλανιέσαι άσκοπα και μαυρίζει η ψυχή μου. Τα ρούχα σου φτωχά, το βλέμμα σου ήρεμο και μελαγχολικό . Έτσι  αποφάσισα να βάλω λίγα χρήματα στην άκρη για να σε βοηθήσω.
Με τα χρήματα και την επιμέλεια την δική μου, θα πας σχολείο και θα  μένεις σε ένα μικρό αλλά περιποιημένο σπιτάκι. Επίσης θα αγοράσεις καινούργια ρούχα και βιβλία. Τέλος, κάθε μεσημέρι θα σε επισκέπτομαι με τα παιδιά μου,  φέρνοντάς σου φαγητό και κάνοντάς σου παρέα.
Ελπίζω η προσφορά και η βοήθεια μου να σε βοηθήσουν και να σε κάνουν να νιώσεις ένας από εμάς.
                                                                                                  Με  αγάπη,
Η γειτόνισσα            

Απάντηση:
      Πολυαγαπημένη μου γειτόνισσα,
  Έλαβα το γράμμα σου και μπορώ να πω ότι συγκινήθηκα αρκετά με την κίνηση και την προσφορά σου προς εμένα. Κανένας άλλος δεν μου έχει απλώσει το χέρι και έχει νοιαστεί για μένα σε αυτήν την πόλη, παρά μόνο εσύ. Και να ξέρεις ότι όλα αυτά τα λαμβάνω υπόψη μου.
  Για παράδειγμα όταν νοικιάσουμε αυτό το ωραίο και μικρό σπιτάκι που λες, θα φτιάχνω για εσένα και τα παιδιά σου, μια ελληνική σπεσιαλιτέ :χοιρινό στον φούρνο! Είναι το μόνο πράγμα που ξέρω και θυμάμαι από τον τόπο μου. Τέλος, θα είμαι στο πλευρό σου και θα σε στηρίζω και εγώ όπως εσύ, όταν με έχεις ανάγκη.
  Και πάλι σε ευχαριστώ πολύ για την προσφορά σου και εύχομαι τα καλύτερα για εσένα και τα παιδιά σου. 
                                                                                                       Με αγάπη,           
Κώστας             

Γ). Γράφει: ο Παναγιώτης Γκρίζης
   
      Κύριε Κώστα,
  Σας γράφω αυτό το γράμμα γιατί τυχαία διάβασα τη βιογραφία σας που την έγραψε ο Δημήτρης Χατζής. Συγκινήθηκα πολύ από αυτά που διηγείστε γι' αυτό και θέλησα να σας γράψω μήπως και μπορέσω να σας βοηθήσω να νιώσετε καλύτερα. Θέλω να σας πω πως έχω πολλούς συγγενείς που ζουν το ίδιο με σας αλλά  ποτέ δεν το βάλανε κάτω. Θα μπορούσατε αφού είστε τόσο καιρό εκεί να έχετε μάθει τη γλώσσα για να επικοινωνείτε με τους ανθρώπους.Έτσι  θα γεμίζατε το χρόνο σας και θα μαθαίνατε κιόλας... Επίσης δεν θα πρέπει να είστε τόσο απόμακρος από τους ανθρώπους γύρω σας. Προσπαθήστε να βρείτε κάποιον φίλο για να μπορείτε να μοιράζεστε όλα αυτά που σας στεναχωρούν. Βρείτε ανθρώπους από την πατρίδα μας γιατί δεν νομίζω πως είστε ο μόνος Έλληνας εκεί. Δεν πρέπει να βλέπετε τα πράγματα μόνο από την αρνητική τους πλευρά. Μπορεί να είστε μετανάστης και να ζείτε  μακριά από την πατρίδα αλλά έχετε δουλειά. Στη χώρα μας που ζούσατε πριν δεν είχατε. Σκεφτείτε επίσης ότι είναι χιλιάδες άνθρωποι στη δική σας θέση ή και σε χειρότερη. Αλλά πάνω από όλα μην ξεχνάτε ότι μέσα από τις δυσκολίες της ζωής γινόμαστε πιο δυνατοί.

Σας σκέφτομαι,        
Παναγιώτης          

Απάντηση:
      Αγαπημένε μου Παναγιώτη,
  Πήρα το γράμμα σου και διάβασα πολύ προσεκτικά αυτά που μου έγραψες. Με έκαναν να δω τα πράγματα διαφορετικά. Πρέπει να σου πω πως ήδη έχω ξεκινήσει να μαθαίνω τη γλώσσα και άρχισα δειλά- δειλά να  επικοινωνώ με τους ανθρώπους εδώ. Ανακάλυψα και μια περιοχή όπου εκεί ζουν πολλοί άνθρωποι από την πατρίδα μας. Κάθε Κυριακή διοργανώνουν γιορτή σε μια λέσχη. Εκεί μαγειρεύουν τα φαγητά του τόπου μας και ακούνε την παραδοσιακή μας μουσική. Νιώθω ότι είμαι στην πατρίδα. Η διάθεση μου έχει αλλάξει πολύ και έτσι είμαι και πολύ καλύτερος και στη δουλειά μου. Άρχισε να μου αρέσει πια η ζωή μου εδώ και σε αυτό με βοήθησες και εσύ με αυτά που μου έγραψες. Όμως ποτέ δεν θα σταματήσει να υπάρχει η νοσταλγία για την πατρίδα μας...

Σε ευχαριστώ με αγάπη,
Κώστας

     
Δ). Γράφει: η Διονυσία Γεωργίου

      Αγαπητέ Κώστα,
  Όλον αυτό τον καιρό, σε βλέπω να πηγαινοέρχεσαι για δουλειά και γενικά κάνεις μια συγκεκριμένη διαδρομή κάθε μέρα. Γράφω για να σου πω πως έχεις μια μονότονη ζωή, αλλά μπορείς να την αλλάξεις.
  Έχω παρατηρήσει πως είσαι μόνος. Κανείς δεν είναι μαζί σου ποτέ. Ούτε στο σπίτι υπάρχει κάποιος να σε βοηθήσει. Καταλαβαίνω πως η ζωή σου είναι πολύ δύσκολη, εφόσον δεν έχεις κανέναν για να στηριχτείς. Βλέποντας τη δυσκολία σου, πραγματικά θέλησα να σε βοηθήσω στα προβλήματα σου. Σου προτείνω να ξεχάσεις το παρελθόν και να συνεχίσεις τη ζωή σου, κάνοντας καινούργιους φίλους και παρέες...  Ελπίζω να κατανοήσεις αυτά που σου είπα και να ανοιχθείς περισσότερο στον έξω κόσμο. Γιατί πρέπει να ξέρεις, πως ένας ξένος μπορεί να γίνει γνωστός και να αλλάξει την ζωή του αν πραγματικά το θελήσει ο ίδιος.
Είμαι πρόθυμη να σε βοηθήσω.
Με αγάπη,              
Η γειτόνισσά σου        

Απάντηση:
      Αγαπητή γειτόνισσα,
  Τα λόγια σου πραγματικά με συγκίνησαν. Μου γράφεις πως θέλεις να με βοηθήσεις. Πως από καιρό με παρατηρείς και ξέρεις πως είμαι μόνος. Δεν ξέρω ποια είσαι και γιατί με πρόσεξες αλλά σε ευχαριστώ. Τα λόγια σου, μου φάνηκαν σαν μια ακτίνα φωτός μέσα στα σκοτάδια της ζωής μου. Τέτοιοι άνθρωποι σαν εσένα σπάνια βρίσκονται πια. Νιώθω πως ο Θεός με λυπήθηκε και έστειλε έναν άγγελο να με βοηθήσει. Μου έδωσες δύναμη να προχωρήσω και να αρχίσω να  πιστεύω σε ένα καλύτερο αύριο.
  Θα ήθελα να σε γνωρίσω από κοντά. Να μιλήσουμε. Αυτό θα ήταν το πιο όμορφο όνειρο για εμένα. Μη με ξεχάσεις. Γράψε μου πάλι ή έλα να συναντηθούμε. Έχω τόσα να σου πω για την ζωή μου. Θέλω να τα μοιραστώ με κάποιον που με νοιάζεται αληθινά. Δεν θέλω να είμαι άλλο μόνος!

Με αγάπη,             
Κώστας 
             
Ε) Γράφει: η Κων/να Θώδη

      Φίλε Κώστα,
  Γεια σου! Ελπίζω να είσαι καλά! Αν και ξέρω πόσο μόνος νιώθεις... Όμως θέλω να σου θυμίσω κάποια πράγματα. Όπως για παράδειγμα τη ζωή σου πριν. Τότε ήσουν χαρούμενος. Θυμάσαι; Θυμάσαι πως παίζαμε στις αλάνες κάθε Κυριακή; Αλλά και πιο μετά πάλι ήσουν καλά! Αυτά πρέπει να θυμάσαι και να χαμογελάς. Γιατί η ζωή είναι μικρή και πρέπει να χαίρεσαι όσο την έχεις. Βέβαια ξέρω ότι όλα αυτά δεν είναι τόσο εύκολα. Ξέρω ότι δεν έχεις κανέναν δικό σου άνθρωπο... Σε καταλαβαίνω! Και εγώ τα ίδια ακριβώς συναισθήματα ένιωθα όταν ήρθα εδώ στη Σκωτία. Αλλά δεν το έβαλα κάτω και τώρα είμαι καλά. Έχω και τη δική μου οικογένεια εδώ. Λοιπόν αυτό που θα σου πρότεινα να κάνεις είναι να έρθεις πιο κοντά με τους άλλους στη δουλειά. Και σιγά-σιγά θα δεις πως όλα θα φτιάξουν. Εγώ δεν μπορώ να είμαι εκεί και λυπάμαι για αυτό! Όμως θα σου στέλνω συνέχεια γράμματα και σου υπόσχομαι ότι με την πρώτη ευκαιρία θα σε επισκεφτώ. Μου λείπεις πολύ παιδικέ μου φίλε... Μακάρι να ήμασταν μαζί όπως παλιά!
 Δικός σου,           
Νίκος               
ΣΤ). Γράφει: η Κων/να Αρκουμάνη:

      Κύριε Κώστα,
  Ως γειτονάκι σας, σας παρατηρώ καθημερινά που πηγαίνετε στη δουλειά σας. Φαίνεται πως υποφέρετε και νιώθετε μια αξεπέραστη μοναξιά. Δεν χρειάζεται να σας παίρνει από κάτω, μπορείτε να έρχεστε να περνάμε χρόνο μαζί, να παίζουμε επιτραπέζια, να ακούμε μουσική και να διαβάζουμε βιβλία.
 Μπορείτε επίσης να κοινωνικοποιηθείτε λίγο περισσότερο έτσι ώστε να κάνετε περισσότερους φίλους. Επειδή και εγώ σε πιο μικρή ηλικία αναγκάστηκα να μεταναστεύσω, καταλαβαίνω τον πόνο σας... Σιγά-σιγά θα συνηθίσετε.Θα το δείτε. Δεν πρέπει να νιώθετε μειονεκτικά αλλά να νιώθετε ικανός που μπορείτε και επιβιώνετε μόνος σας. Να βγαίνετε έξω για να ξεχνιέστε και να αφήνετε πίσω τις δυσάρεστες σκέψεις που σας βασανίζουν. Ξεχάστε την παλιά σας ζωή και ξεκινήστε μία νέα. Γεμάτη φίλους και χαρές. Δεν θέλω να σας βλέπω άλλο να υποφέρετε. Θέλω να σκέφτεστε  θετικά, να σκέφτεστε πως άλλοι άνθρωποι δεν έχουν τίποτα. Δεν έχουν στέγη, τροφή  και  δεν μπορούν να επιβιώσουν. Περάσατε δύσκολα αλλά τώρα είστε εδώ υγιέστατος και πρέπει να νιώθετε πολύ τυχερός γι' αυτό!
Με εκτίμηση,             
Το γειτονάκι σας         




Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν, Έλλη Αλεξίου
Δημιουργική Γραφή: Ένα διαφορετικό τέλος
Διδάσκει: η  Μαρία Ν. Αγγέλη

Γράφει: η Διονυσία Γεωργίου, μαθήτρια 2ου Γυμνασίου Αγρινίου

      …Οι μέρες περνούσαν. Πέρασε και η πρωτοχρονιά και κόντευαν τα Φώτα. Ο μικρός Πέτρος μαζί με την αδελφούλα του την Αγγελικούλα είχαν απελπιστεί. Ένα βράδυ ο Πέτρος έφυγε κρυφά από το σπίτι. Με τα λιωμένα ρούχα του και τα τρύπια παπούτσια του, περπάτησε ως την οδό Αιόλου. Στάθηκε μπροστά στη βιτρίνα με το σιδηρόδρομο. Τον κοίταγε για αρκετή ώρα. Έπειτα κάθισε κάτω, στο κρύο, μέσα στο χιόνι, και άρχισε να ονειρεύεται πως έχει το σιδηρόδρομο και παίζει.
      Μάζεψε μερικά πεταμένα κουτάκια, τα έκανε βαγόνια και άρχισε το παιχνίδι. Ξάφνου, σήκωσε το κεφάλι του και είδε έναν άνδρα να του χαμογελά. Ήταν ο πατέρας! Δεν ξέρει πώς αλλά τον γνώρισε. Του χαμογέλασε και του πρότεινε το χέρι για να σηκωθεί από τη γωνία του δρόμου. “Μπαμπά”, φώναξε ο μικρός Πέτρος. Στα χέρια του κρατούσε το σιδηρόδρομο. Τον αληθινό σιδηρόδρομο που τόσο ήθελε. “Έλα μαζί μου” του είπε. “Εκεί που θα πάμε είναι ζεστά και θα παίζεις όσο θέλεις με το σιδηρόδρομο. Ο μικρούλης έδωσε το παγωμένο χεράκι του στον άνδρα και έφυγαν...
      Την άλλη μέρα οι περαστικοί βρήκαν το κορμάκι του παγωμένο στην άκρη του δρόμου, εκεί, δίπλα στην βιτρίνα! 


Γράφει: ο Παναγιώτης Γκρίζης, μαθητής 2ου Γυμνασίου Αγρινίου                 
                                                                       
    …  Ο μικρός πολύ στεναχωρημένος αφού δεν θα μπορούσε να πάρει το αγαπημένο του τρενάκι ζήτησε από την μητέρα του να τον αφήσει να το χαζέψει λίγο ακόμη από την βιτρίνα. Κάθισε εκεί και το κοίταζε έπαιζε μαζί του με την φαντασία του... Η ώρα είχε περάσει και χωρίς να το καταλάβει άρχισε να σκοτεινιάζει. Kουλουριάστηκε στη γωνία δίπλα στη βιτρίνα γιατί έκανε πολύ κρύο δεν του έκανε καρδιά να το αποχωριστεί.
Εκείνη την ώρα ένα ζευγάρι ηλικιωμένων περνούσαν από εκεί ο παππούς τον πλησίασε τον ακούμπησε στην πλάτη και τον ρώτησε: “Γιατί είσαι εδώ μόνο σου;”. Το αγοράκι του εξήγησε όλα όσα συνέβησαν  ότι ο μπαμπάς του έλειπε στην εξορία ότι η μαμά του δεν είχε δουλειά και ότι βρισκόταν εκεί για να μαζέψουν χρήματα για να μπορέσουν να φάνε κάτι και ότι αυτός ήθελε πολύ να αγοράσει το τρενάκι. Οι ηλικιωμένοι συγκινήθηκαν πολύ από αυτά που τους διηγήθηκε. Έτσι παίρνουν το μικρό πήγαν του αγόρασαν ρούχα και τρόφιμα. Όμως δεν μπορούσαν να του αγοράσουν το παιχνίδι της βιτρίνας, του αγόρασαν ένα πιο μικρό τρενάκι. Ο μικρός πολύ χαρούμενος αφού τους ευχαρίστησε έτρεξε στη μαμά του! Δεν ήταν χαρούμενος γιατί απέκτησε ένα παιχνίδι και τρόφιμα αλλά γιατί κατάλαβε πως δεν υπάρχουν μόνο κακοί  άνθρωποι αλλά υπάρχουν άνθρωποι γεμάτοι ευαισθησία και αγάπη για τον συνάνθρωπό τους.

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018

Τα ΖΑ του Μυριβήλη και τα ΖΑ των μαθητών του 2ου Γυμνασίου Αγρινίου…

Η Λογοτεχνία συναντά την Ιστορία, την ιστορία…
και τη δημιουργική γραφή!

Τα ζα του Μυριβήλη και τα ζα των μαθητών του 2ου Γυμνασίου Αγρινίου…

Γράφει η δρ. Μαρία Ν. Αγγέλη


.................................................................................................
«Μέσα στα κλειδωμένα δόντια του το ζο κρατούσε ακόμα
μια τούφα κίτρινες μαργαρίτες ματωμένες…»

Εικόνα: Το κεφάλι του γαϊδάρου με τις ματωμένες μαργαρίτες…
Έργο της Κωνσταντίνας Μήτσου, μαθήτριας 2ου Γυμνασίου Αγρινίου

      «Τα ζα», είναι ένα κείμενο το οποίο ανθολογείται στη Νεοελληνική Λογοτεχνία της Γ΄ Γυμνασίου. Προέρχεται από το μυθιστόρημα: Η ζωή εν Τάφω (1931), του Στράτη Μυριβήλη.
   Το μυθιστόρημα αυτό αναφέρεται στις πολεμικές επιχειρήσεις στο Μακεδονικό μέτωπο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θεωρείται το αντιπροσωπευτικότερο ελληνικό αντιπολεμικό έργο. Χαίρομαι που «Η ζωή εν Τάφω» θα ζωντανέψει φέτος  στη μικρή οθόνη. Πρόκειται για μια νέα παραγωγή που βασίζεται στο παγκοσμίου αναγνώρισης μυθιστόρημα του Μυριβήλη. Η σειρά θα προβάλλεται από την ΕΡΤ...........



 Το επιλεγμένο απόσπασμα του σχολικού βιβλίου παρουσιάζει με ωμό ρεαλισμό την αγριότητα και τον παραλογισμό του πολέμου μέσα από την περιγραφή της εξόντωσης των αθώων επιστρατευμένων γαϊδάρων.     
       Στο τέλος του αποσπάσματος ο συγγραφέας καταγράφει μια συγκλονιστική λεπτομέρεια: ένας ημιονηγός που έτρεχε πανικόβλητος με το γάϊδαρό του μέσα στο βομβαρδισμό νιώθει ασφαλής όταν φτάνει στα χαρακώματα των Φραντσέζων ψωμάδων. Ο ημιονηγός δεν έχει καταλάβει ότι σέρνει από το χαλινάρι μόνο το κομμένο κεφάλι του γαϊδάρου. Η σκηνή είναι κωμικοτραγική και αποτυπώνει τη φρίκη του πολέμου!
Μέσα στα κλειδωμένα δόντια του το ζώο κρατούσε ακόμα τις κίτρινες μαργαρίτες που έτρωγε ανυποψίαστο πριν τον βομβαρδισμό…

    Η μαθήτρια Κωνσταντίνα Μήτσου από την πρώτη ανάγνωση του κειμένουσυγκινήθηκε πολύ από την τελευταία εικόνα της κομμένης κεφαλής του γαϊδαράκου και είπε:
  -«Κυρία, θα προσπαθήσω να ζωγραφίσω αυτή την εικόνα στο μπλοκ ζωγραφικής. Θα κάνω μαύρο το γαϊδουράκι για να είναι έντονη η αντίθεση με τις κίτρινες μαργαρίτες». 
     Πραγματικά η μαθήτρια απέδωσε αυτή τη φρίκη του πολέμου αποτυπωμένη  στο κομμένο κεφάλι του γαϊδάρου.
 -«Κυρία, δεν έβαλα αίμα στο λαιμό για να μην γίνει πολύ ανατριχιαστικό», μου είπε δείχνοντάς μου τη ζωγραφιά της. -«Έβαλα μόνο μια σταγόνα εδώ…».
   
    Επιβράβευσα τη μαθήτρια και οι συμμαθητές της τη χειροκρότησαν για την ωραία ζωγραφιά της…
....................

      Ως παράλληλο κείμενο διαβάσαμε το  ποίημα: «Η μπαλάντα του κυρ-Μέντιου», του Κώστα Βάρναλη. Και την ακούσαμε από την υπέροχη φωνή του Νίκου Ξυλούρη...

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
άλλο μπόι κι άλλο πόδι
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ…
...................

        Επίσης, είδαμε και σχολιάσαμε με τους μαθητές τη Γκουέρνικα του Πικάσο. Το έργο φιλοτεχνήθηκε από το ζωγράφο όταν πληροφορήθηκε τα νέα για το βομβαρδισμό της βασκικής πόλης Γκουέρνικα το 1937.Στο συγκεκριμένο έργο, ο Πικάσο δημιούργησε διαχρονικές εικόνες του τρόμου και της βίας ενάντια στον άνθρωπο και τα ζώα.
..................
         
       Μετά την ολοκλήρωση της ερμηνευτικής προσέγγισης του μαθήματος αναφερθήκαμε γενικά στη χρησιμότητα των γαϊδουριών στον άνθρωπο. Και κυρίως, στην αγροτική κοινωνία πριν την «αυτοκινητοποίησή»  της. Ταπαιδιά συζήτησαν το θέμα με τους γονείς  και τους παππούδες τους και πληροφορήθηκαν τη μεγάλη σημασία της εργασίας των ζώων.
     Με τα ζώα μετέφεραν τον καπνό, αλλά και τους ανθρώπους στο χωράφι, είπαν τα περισσότερα…
     Η Θεοδώρα Σκουτέρη έγραψε με το  τάμπλετ την αφήγηση της γιαγιάς  της, Βασιλικής Μπαρπαγιάννη και την ακούσαμε όλοι στη σχολική Αίθουσα. Αναφέρθηκε κυρίως στη χρησιμότητα του ζώου για την καπνοκαλλιέργεια. Παραθέτω απόσπασμα:

        «Βεβαίως είχαμε γαϊδουράκια, γιατί ήτανε η πρώτη ανάγκη εκείνα τα χρόνια. Είχαμε από το ’50 μέχρι και το ’70 κοντέψαμε. Τη λέγαμε Μπέμπα. Την είχαμε σαν μοναχοκόρη. Παρόλο που ήμασταν τέσσερα κορίτσια, αυτή την είχαμε σαν μοναχοκόρη![…]
      Θα σου πω την εποχή που το γαϊδουράκι δούλευε. Θα σηκωνόμασταν το πρωί, θα του δίναμε ένα μπαλάκι τριφύλλι και το νεράκι του, θα ξεκινούσαμε να πάμε, αυτό θα γινότανε όταν αρχίζαμε να βγάλουμε το φυντάνι. Αυτό θα ’τρωγε και ’μεις θα βγάζαμε φυντάνι. Θα ’τρωγε το χορταράκι του, θα πινε το νεράκι του. Μετά θα πηγαίναμε να του βάλουμε το σαμαράκι του και θα το πηγαίναμε στη φυντανιά. Εκεί θα το φορτώναμε το φυντάνι και θα το παίρναμε να πάμε στο χωράφι. Στο χωράφι τι θα κάναμε; Θα το ξεφορτώναμε θα του βγάζαμε το σαμάρι του που είχε πάνω του και θα το πηγαίναμε πού είχε μεγαλύτερο ίσκιο να καθήσει το γαϊδούρι. Εκεί θα του ξαναδίναμε πάλι φαγητό και νεράκι φρέσκο. Εμείς θα πηγαίναμε να φυτέψουμε το φυντανάκι και όταν ερχότανε η ώρα το βράδυ, αν το χρειαζόμασταν ενδιάμεσα βέβαια θα το παίρναμε, αν χρειαζόμασταν κάτι. Το βράδυ, θα το παίρναμε το γαϊδουράκι θα του βάζαμε πάλι το σαμάρι, θα το φορτώναμε τι είχαμε να το φορτώσουμε, τα πράγματα απ’ το χωράφι: καλάθες και τέτοια και θα το φέρναμε στο σπίτι. Στο σπίτι θα το δέναμε, θα το ξεφορτώναμε, θα του βγάζαμε το σαμάρι, θα του δίναμε πάλι το φαγητό του, θα του δίναμε το νεράκι του και ο ρυθμός της μέρας αυτός ήτανε…[…]
       Όχι δεν το κακομαθαίναμε. Γιατί αυτό κουβαλούσε το βάρος όλο. Εμείς πηγαίναμε με τα πόδια μας και με τα χέρια μας αδειανά. Δεν ήτανε κακομάθημα και έλεγες πως του ’δινες και λίγο καλαμπόκι, άμα είχες και λίγο ψωμάκι. Δηλαδή κοίταγες να το περιποιηθείς. Και το χορταράκι του το χλωρό να φάει… Δηλαδή έπρεπε να το φροντίζεις σαν ένα μικρό παιδί… […]
       Το γαϊδουράκι είναι και πολύ χρήσιμο το γάλα του. Όταν ήμασταν μικρά και είχαμε το λεγόμενο «καρκαλέτσι», το λέγαμε εμείς, κοκκύτης σήμερα, παίρνανε γάλα από το γαϊδούρι, τη γαϊδούρα και δίνανε στα παιδιά, εκείνα τα χρόνια.
     Αλλά και τώρα, το γάλα του είναι είδος πολυτελείας. Έχει 10ευρώ το κιλό. Γι’ αυτό καταλαβαίνεις πόσο χρήσιμο είναι… για όλα του!»
[Προφορική συνέντευξη της Βασιλικής Μπαρπαγιάννη, 1/10/18]

         Με αφορμή την αναφορά της κ. Μπαρπαγιάννη να σημειώσουμε ότι πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει πως το γάλα γαϊδούρας είναι η τροφή που πλησιάζει όσο καμία άλλη σε διατροφικά χαρακτηριστικά και οφέλη στο μητρικό γάλα ανθρώπου. Το γάλα του γαϊδάρου σήμερα δεν χρησιμοποιείται για τη θεραπεία από το «καρκαλέτσι». Αξιοποιείται για διάφορες άλλες χρήσεις και για την παρασκευή καλλυντικών. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι: «Το γαϊδουρόγαλο σβήνει τις ρυτίδες στο δέρμα, το καθιστά πιο λεπτό και διατηρεί το λευκό του χρώμα…». ΗΚλεοπάτρα, βασίλισσα της Αιγύπτου, συνήθιζε να κάνει μπάνιο μέσα σε γάλα γαϊδούρας για να παραμένει όμορφη και λαμπερή!

         Η Ασημίνα Τσούτσα μας ανέφερε μια  σκηνή που είχε δει το καλοκαίρι στο χωριό της, τη Γουριώτισσα και της έκανε εντύπωση: Ένας άνδρας ήταν καβάλα στο γάϊδαρο και ακολουθούσε πεζή η γυναίκα του.
Κυρία, όταν ξαναπάω στο χωριό θα σας φέρω φωτογραφία»!
     Τέτοιες εικόνες πίστευα ότι δεν υπάρχουν το 2018. Διαψεύστηκα από τη συγκεκριμένη περίπτωση…

            Η ίδια μαθήτρια βρήκε στο οικογενειακό άλμπουμ μια φωτογραφία με τον παππού Βαγγέλη Αθανασίου και το γαϊδαρό του τον Κίτσο και  την έφερε στην τάξη. Αυτός ο γάϊδαρος, μας είπε, κουβάλησε τα υλικά για το χτίσιμο του σπιτιού στο χωριό του παππού την Αετόπετρα, κοντά  στο Θέρμο. Αυτή η «οικογενειακή» φωτογραφία μου θύμισε τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό, το Μαχαιρά Ξηρομέρου.
Φωτο: ο Βαγγέλης Αθανασίου με το γάϊδαρο, τα παιδιά και τα ανήψια του…

           Η Ειρήνη Βαρεμένου μας μετέφερε τη βιωμένη εμπειρία του πατέρα της, Φώτη Βαρεμένου, όπως εκείνος την κατέγραψε για να τη μοιραστεί μαζί μας. Αναφέρθηκε στο άλογο της οικογένειάς του. Παραθέτω  ενδεικτικό απόσπασμα: 

    «Η πρώτη μου επαφή με άλογο, από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, έγινε κάπου εκεί στην ηλικία των 6-7 ετών. Ο πατέρας μου είχε άλογο από νεαρή ηλικία. Λίγο μετά τον εμφύλιο πόλεμο κουβαλούσε με το κάρο πέτρες από το νταμάρι που βρίσκονταν πίσω από την Αγία Παρασκευή προκειμένου να οικοδομήσουν οι Αγρινιώτες, κυρίως οι εύποροι, τα διώροφα σπίτια τους. Όπως μας έλεγε ήταν μια επίπονη διαδικασία τόσο για τον άνθρωπο όσο και για το ζώο. Έπρεπε οι πέτρες να φορτωθούν όλες με τα χέρια και η ίδια διαδικασία να ακολουθηθεί και στο ξεφόρτωμα. Στο κάρο έπρεπε να φορτώνεται συγκεκριμένος αριθμός πετρών (νομίζω 42 ή 44) προκειμένου να αντέχει το άλογο το φορτίο στις ανηφόρες και κατηφόρες. 
       Το πρώτο άλογο που θυμάμαι ήταν μία άσπρη μεγάλη φοράδα (θηλυκό) που είχαμε για τις εργασίες του καπνού το καλοκαίρι αλλά και για το μάζεμα των ελιών τον χειμώνα. Ήταν ένα πολύ δυνατό και έξυπνο ζώο, που το κρατήσαμε πολλά χρόνια. Ο πατέρας μου είχε όλα τα «σύνεργα» που απαιτούνταν, προκειμένου το άλογο να μας βοηθά στην καλλιέργεια του καπνού. Καταρχήν, το κάρο ήταν με δύο μεγάλες ξύλινες ρόδες που είχαν σιδερένια στεφάνια (τσέρκια). Στο φύτεμα του καπνού πηγαίναμε στα χωράφια μας με το κάρο. Αυτό μετέφερε τις γυναίκες που μας βοηθούσαν στο φύτεμα, τα καφάσια με το φυντάνι και τα υπόλοιπα απαραίτητα εργαλεία. Με το άλογο κόβαμε αυλακιές για να φτιάξουμε τα κατεβατά που φυτεύονταν ο καπνός. Αφού είχε οργωθεί και φρεζαριστεί το χωράφι που θα καλλιεργούνταν, ο πατέρας έβαζε στο άλογο την λαιμαριά και το καπίστρι. Πίσω από την λαιμαριά προσαρμόζονταν το αλέτρι (υνί), το οποίο ήταν κατασκευασμένο από σίδερο. Εγώ πήγαινα μπροστά κρατώντας το άλογο από τα γκέμια και ο πατέρας μου ακολουθούσε κρατώντας τοαλέτρι, το οποίο χώνονταν βαθιά στο χώμα και με τον τρόπο αυτό δημιουργούνταν οι αυλακιές. Την εποχή εκείνη, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 είχαν απομείνει από όσο ξέρω ελάχιστοι καροποιοί στο Αγρίνιο. Ένας από αυτούς είχε το μαγαζί του κάπου κοντά στο σταθμό του τρένου.[…] 
       Στο μάζεμα του καπνού το άλογο είχε σημαντικό επιβοηθητικό ρόλο. Καταρχήν μας μετέφερε στα χωράφια μας προκειμένου να μαζέψουμε τον καπνό. Αξημέρωτα ο πατέρας μου έζευε το άλογο στο κάρο, φόρτωνε τις καλάθες και τα χράμια που βάζαμε τον καπνό, ανεβαίναμε κι εμείς και ξεκινούσαμε για το χωράφι. Πολλές φορές μέχρι να φτάσουμε στο χωράφι, είχαμε την ευκαιρία να αποκοιμηθούμε για κανένα εικοσάλεπτο. Αργότερα, όταν ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά ψηλά, φορτώναμε τις γεμάτες με καπνό καλάθες και ξεθεωμένοι από την κούραση επιστρέφαμε στο σπίτι. Η πρώτη δουλειά του πατέρα, όταν επιστρέφαμε, ήταν να ποτίσει την φοράδα, να την ταΐσει κριθάρι και να την δέσει κάτω από ένα παχύ ίσκιο.
        Κάποιες φορές όταν το χωράφι ήταν κοντά στο σπίτι μας η μεταφορά του καπνού γινόταν με το σαμάρι. Στο σαμάρι βάζαμε δύο καλάθες καπνό, μία από κάθε πλευρά και στην μέση ο πατέρας μου «πέταγε» εμένα που καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι. Όταν μεγάλωσα λίγο, ο πατέρας με έστελνε τα μεσημέρια να δέσω εγώ το άλογο στον ίσκιο. Έβρισκα έτσι ευκαιρία, μαζί με τον ξάδερφό μου, τον Γιώργο, να κάνουμε και μια βόλτα καβάλα στο άλογο. 
        Δύο περιστατικά έχουν χαραχθεί έντονα στην μνήμη μου από εκείνες τις βόλτες. Το πρώτο ήταν όταν περνώντας μέσα από μια ρεματιά ο Γιώργος , διαβολάκος γάρ, γαργάλισε με τις φτέρνες του τα καπούλια του αλόγου, με αποτέλεσμα αυτό να τσινίσει, δηλαδή να τινάξει τα πίσω του ποδιά και ο ξάδερφός μου να πέσει σαν σακί μέσα στο νερό. Το δεύτερο ήταν λίγο πιο επώδυνο γι’ αυτόν. Πηγαίνοντας βόλτα στο κτήμα του θείου μας, σταματήσαμε να περιεργαστούμε το άλογο του, που ήταν δεμένο κάτω από μια μουριά. Το άλογο του θείου μου, όμως, όπως έλεγε και ο πατέρας μου, είχε το διάολο μέσα του, με αποτέλεσμα να τσακώσει με τα δόντια τον ξάδερφό μου από τον ώμο και να του κάνει ένα σημάδι που τον ακολουθούσε για πολύ καιρό…».
[Γραπτή συνέντευξη του Φώτη Βαρεμένου, 10/10/2018]

Φωτο: το άλογο και το κάρο της οικογένειας Βαρεμένου
.......................


         
Μου δόθηκε η ευκαιρία να αφηγηθώ κι εγώ την ιστορία του γαϊδαράκου μας του Λάγιου: Ήταν  ένα μικροκαμωμένο ζώο, με σκουρόχρωμο τρίχωμα, πολύ ευκίνητο και εργατικό. Αρκετά ζωηρό και απείθαρχο πολλές φορές. Είχε μια νευρικότητα και μια ατσαλοσύνη στο βάδισμα και μια απρόβλεπτη επιθετικότητα όταν πήγαινες να τον φορτώσεις ή να του βάλεις τον ντροβά με την τροφή του. 
     Στη γειτονιά όλοι ξέρανε ότι ήταν ένας δουλευταράς γάϊδαρος με τα ελαττώματά του. Τον λέγανε «τροξό», «παλαβό», «σαλαφό». Αυτός ήταν ο Λάγιος. Υπερτερούσε όμως η «αξάδα», η αξιοσύνη κι η γρηγοράδα του! Αυτά τα πλεονεκτήματα τα είχε σε μεγάλο βαθμό. Ήταν δυσανάλογα με το μπόι του. Γι’ αυτό παραβλέπαμε τα ελαττώματά του. Είχε μια «δημιουργική τρέλα» θα έλεγα και δεν του κρατούσαμε κακία. 
          Ο γάϊδαρός μας ήταν το μόνο μεταφορικό μέσο, αφού δεν διαθέταμε αγροτικό, όπως και οι περισσότερες οικογένειες στο χωριό πριν την «αυτοκινητοποίηση» της αγροτιάς… Με το γάϊδαρο οι αγρότες μετέφεραν τα προϊόντα: το γάλα, τα ξύλα, τον καπνό, τις ελιές, κλπ.
        Θα αναφέρω ότι ο Λάγιος κουβαλούσε το γάλα από τη στρούγκα στο χωριό για να το πουλήσουμε στο γαλατά ή να παρασκευάσουμε οι ίδιοι το τυρί. Μετά το άρμεγμα ο πατέρας φόρτωνε τα δυο γαλατοδοχεία ή «γαλατοπαφίλια» κατά την ξηρομερίτικη έκφραση, απ’ τη μια και την άλλη πλευρά στο σαμάρι και ο γαϊδαράκος κατηφόριζε για το χωριό. Παρά το φορτίο που κουβαλούσε ροβολούσε στο δρόμο ζωηρά και γρήγορα, αφού όπως προανέφερα είχε μια εξαιρετική σβελτάδα. Στην περίπτωσή του η παροιμία: «αργά τα ζα», θα έπρεπε να διασκευαστεί σε: «γοργά τα ζα».
         Ο φόβος μας ήταν μην προγκήξει, συνέβαινε κι αυτό, και έτσι ζωηρό που ήταν τουμπάρει το φορτίο! Και αλλοίμονο στη μάνα ή σε μας τα παιδιά, που το σέρναμε… Ήταν δύσκολο να το ξαναφορτώσουμε χωρίς τη βοήθεια του πατέρα.
   -«Να προσέχετε μην τα ρίξει», συμβούλευε ο πατέρας. Ναι, αλλά πώς να προσέχουμε παιδιά εμείς τότε τον τρελογάϊδαρο; Ήταν απρόβλεπτος πολλές φορές. Σαν να ’νοιωθε τη δική μας αδυναμία και  έκανε τις τρέλες του. Τον πατέρα τον φοβότανε. Μόνο που τον φοβέριζε, ψάρωνε!
      Εξ αιτίας της νευρικότητας και της ατσαλοσύνης του είχαν συμβεί διάφορα περιστατικάΑναφέρω το πιο σοβαρό:
      Μια μέρα με κάποιες απότομες κινήσεις του βγήκε το σαμάρι απ’ το λαιμό και έπεσε κάτω η μάνα με το μικρό αδελφό μου. Αποτέλεσμα η μάνα να σηκωθεί με πολλές μελανιές στο σώμα και ο αδελφός μου με σπασμένο χέρι… Τότε είναι αλήθεια θύμωσα πολύ και ήθελα να τον πουλήσουμε και να αγοράσουμε άλλον.
  -«Και πού να βρούμε δουλευταρά σαν αυτόν»; Έλεγε η μάνα. -«Οι γύφτοι πουλάνε κάτι γέρο γαιδάρους που σέρνονται στο δρόμο. Πού να βγάλουν ανηφόρα και κατηφόρα για τη στάνη μας»;

      Και είχε δίκιο. Ο τρελογάϊδαρος μας «έφευγε σφαίρα» στον ανήφορο για τα Μαναστράκια, όπου ήταν η στάνη μας, ή όπου αλλού χρειαζόταν.
     Ο Λάγιος ήταν ένα ζώο που έμοιαζε με άτακτο παιδί. Το μαλώνεις, αλλά δεν παύεις να το αγαπάς. Έχει συνδεθεί με τα παιδικά μας χρόνια και τις αγροτικές εργασίες που κάναμε τότε.
    «Μας δούλεψε τόσα χρόνια το γαϊδουράκι μας, μας έζησε το καημένο», έλεγε η μάνα, όταν πια το ζώο ήταν αχρείαστο. Ήταν σε «αφυπηρέτηση» μετά  από αρκετά χρόνια εργασίας. Η μάνα έκανε μια αξιολόγηση της προσφοράς του με το δικό της απλό τρόπο. Και φυσικά συμφωνούσαμε μαζί της.
       Μια αύρα αγάπης διαπερνά κάθε αναφορά στην πολύτιμη υπηρεσία του αγαπημένου μας τρελο-Λάγιου. Και τώρα που γράφω αυτές τις λίγες γραμμές,«μνημόσυνο» για κείνον, νιώθω συγκίνηση για το ζωντανό που μας στάθηκε βοηθός και συμπαραστάτης για πολλά χρόνια. Και οι τρέλες του που τότε μου δημιουργούσαν αγωνία και φόβο τώρα  μου δημιουργούν μόνο γέλιο και νοσταλγία…
................
        Μετά από αυτή την επαφή με τα ζα του Μυριβήλη και τα ζα των γονιών και των παππούδων οι μαθητές κατανόησαν τη μεγάλη προσφορά των ζώων και ιδιαίτερα των γαϊδάρων σε πόλεμο και  σε ειρήνη…

Θα κλείσω με δυο ποιήματα από αυτά που έγραψαν τα παιδιά στις ασκήσεις Δημιουργικής γραφής στο μάθημα της Λογοτεχνίας:

Τα ζα στον πόλεμο  

Στον πόλεμο αρκετά συχνά 
Οι άνθρωποι κουβαλιούνται στ’ αμπριά. 
Τα γαϊδουράκια όμως σε τι φταίνε 
Και τα σέρνουν χωρίς να θένε;  

Κατά τη μεταφορά τους απ’ το νησί 
Από τη φρίκη ρυτιδιάζει το πετσί… 
Και πολυβόλα κουβαλούσαν συνεχώς 
Για να μη λείψει το ψωμί τ’ αφεντός… 

Ώσπου φτάσαν σε μια τοποθεσία 
Βγαλμένη από ανθρώπινη φαντασία 
Γεμάτα αθωότητα κι ανηξεριά 
Έχουν παραδοθεί στη γεννητική χαρά. 

Όμως ξαφνικά ο ουρανός σκοτεινιάζει 
Και με βουητά γεμίζει η πλάση. 
Τώρα πια τα γαϊδουράκια τα καημένα 
Αργοπεθαίνουν τρομαγμένα. 

Και μόλις τελειώνει ο βομβαρδισμός 
Τρέχει αλαφιασμένος ένας ημιονηγός 
Και αρπάζει το αποκεφαλισμένο γαϊδουράκι 
Με τις ματωμένες μαργαρίτες στο χειλάκι… 
  
Σκουτέρη Θεοδώρα, Αρωνιάδα  Ευαγγελία 
................

Συζυγαρχία όνων

«Συζυγαρχία ημιόνων»,
Μα ήταν μόνο όνων.
Ανυπόφορη δουλειά
Κουβαλώντας όλη μέρα πυρομαχικά…
Άνοιξη και απόλαυση, αυτά τα δυο πάνε  μαζί!
Αεροπλάνο βουίζοντας έφτασε η στιγμή.
Οι βόμβες πέφτανε πάνω στη γη
Κι απλώθηκε παντού σιωπή.
Σαν φίδια περιπλανιότανε τα έντερα των ζώων…
Μα η φωνή τους ακουγόταν σαν ουρλιαχτό ηρώων!
Έφτασε ο ημιονηγός,
Πήρε το γαϊδουράκι του
Κι έφυγε ολοταχώς…

Μήτσου Κωνσταντίνα, Τσιαβίκου Σοφία

         Γιάννης Μαγκλής,   «Γιατί;» ,  2ο Γυμνάσιο Αγρινίου Επιβλέπει: η φιλόλογος Μαρία  Ν. Αγγέλη


              Α)     Εργασία του μαθητή: Παναγιώτη   Γκρίζη 

                                
ΕΙΚΟΝΑ: Το παιδί που δακρύζει για την κόλαση του πολέμου.
Ζωγραφιά του Παναγιώτη Γκρίζη

           Ένα διαφορετικό τέλος στο διήγημα του Γιάννη Μαγκλή 

Η σφαίρα γλίστρησε από την κάνη και χτύπησε κατάστηθα τον οχτρό. Αυτός έγειρε και έπεσε μέσα στο ρυάκι με το νερό. Η κραυγή του στρατιώτη από τον πόνο αντηχούσε για πολύ ώρα στη ρεματιά κανείς δεν θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος.Δεν έμεινε ασυγκίνητος ούτε ο νέος στρατιώτης. Πήγε γρήγορα κοντά του, τον έσυρε έξω από το νερό και χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο θέλησε να του περιποιηθεί το τραύμα.Έσκισε το πουκάμισο του το έβρεξε με το νερό που έτρεχε δίπλα να του καθαρίσει την πληγή.Καθώς άνοιξε τα ρούχα είδε στα στήθια του στρατιώτη να κρέμεται ένα μεγάλο μενταγιόν. Η σφαίρα χτύπησε πάνω του και δεν χτύπησε την καρδιά αλλά καρφώθηκε στο μπράτσο. Έσφιξε το τραύμα πολύ καλά για να σταματήσει το αίμα να τρέχει. Έβρεξε ένα κομμάτι ξερό ψωμί που είχε στην τσέπη του και του έδωσε να φάει. Όμως η νύχτα άρχισε να πέφτει  και ο τραυματισμένος στρατιώτης κρύωνε πολύ. Τον βοήθησε να σηκωθεί και τον μετέφερε σε μια σπηλιά που υπήρχε εκεί κοντά. Του άναψε φωτιά να ζεσταθεί. Η νύχτα πέρασε και ο νέος στρατιώτης έπρεπε να γυρίσει πίσω στους συντρόφους του.Όμως ο τραυματισμένος είχε χειροτερέψει. Το σώμα του έκαιγε ολόκληρο από τον πυρετό. Δεν μπορούσε να τον αφήσει μόνο του…
 Πέρασαν αρκετές μέρες και ήταν δίπλα του να τον φροντίζει να του φέρνει νερό να πίνει. Να του περιποιείται το τραύμα βάζοντας πάνω κάποια βότανα που ήξερε ότι κάνουν καλό στις πληγές. Τελικά το τραύμα επουλώθηκε. Όλες αυτές τις μέρες έμαθε ο ένας πράγματα για τον άλλον. Είχαν και οι δύο οικογένειες, αδέλφια και γονείς που τους περίμεναν πάλι πίσω . Σκέφτηκαν ότι αφού έλειπαν τόσες πολλές μέρες από τα στρατόπεδα τους πως και να μην γυρίσουν πάλι πίσω δεν θα τους αναζητήσει και κανείς. Έτσι αποφάσισαν να φύγουν από εκεί εγκαταλείποντας τον πόλεμο. Πέρασαν πολλές μέρες περπατώντας ώσπου βρέθηκαν σε ένα σημείο που ήταν γνώριμο και στους δύο . Εκεί έπρεπε να χωριστούν . Με δάκρυα στα μάτια αγκαλιάστηκαν και υποσχέθηκαν και οι δύο να μην ξαναπάρουν μέρος σε πόλεμο και να μην κάνουν κακό σε κανέναν άνθρωπο!

Β) Εργασία της Διονυσίας Γεωργίου

Η σφαίρα γλίστρησε από την κάνη και χτύπησε κατάστηθα τον οχτρό. Εκείνος σωριάστηκε κάτω βογκώντας και άρχισε να κυλά προς την πηγή. Ο νεαρός στρατιώτης έμεινε παγωμένος να τον κοιτά. Ο χτυπημένος κάτι προσπαθούσε να του πει αλλά ο άλλος δεν καταλάβαινε τη γλώσσα του. Έφτασε στην πηγή, ήπιε  λίγο νερό και έμεινε εκεί με τα μάτια ανοιχτά να τον κοιτά με παράπονο.
Ο νεαρός στρατιώτης σκέφτηκε «τι έκανα; Τι ήθελε να μου πει ο εχθρός;» Έτρεξε προς το μέρος του. Τον αγκάλιασε και κράτησε με δύναμη την πληγή. Ζούσε ακόμα. Θα μπορούσε να γλυτώσει. Αν φώναζε βοήθεια! Αλλά φοβόταν. Άρχισε να του μιλά. Να του ζητάει συγνώμη, αλλά ο άλλος δεν καταλάβαινε. Έβγαλε το παγούρι του, το γέμισε φρέσκο νερό από την πηγή και του έδωσε να πιεί. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Αυτό ικανοποίησε τον νεαρό στρατιώτη. «Δεν μπορεί, θα γίνει καλά σκέφτηκε».
Τότε μια τουφεκιά διέκοψε τη γαλήνη της νύχτας. Τα πάντα γύρω του άρχισαν να σκοτεινιάζουν. Έπεσε κάτω, δίπλα στον άλλον, δίπλα στον εχθρό. Ακούστηκαν φωνές, έπειτα  και άλλοι πυροβολισμοί. Αλλά αυτός εκεί, δίπλα στον εχθρό. Έτσι πέθαναν και οι δυο τους. Τόσο άδικα. Μέσα στην κόλαση του πολέμου.Αηδιασμένοι από τη βαρβαρότητα και παραπονεμένοι που δεν θα ξανάβλεπαν τους δικούς τους, την οικογένειά τους, τη μάνα τους. Δυστυχώς όμως έτσι είναι ο πόλεμος, άδικος και τρομακτικός…